
Σύνταξη: tourismotday.gr
Απόφαση-σταθμό εξέδωσε το Πρωτοδικείο Βερολίνου II, κρίνοντας ότι η Booking.com ευθύνεται για ζημίες που υπέστησαν χιλιάδες ιδιοκτήτες και διαχειριστές καταλυμάτων στη Γερμανία λόγω παράνομων όρων στις συμβάσεις συνεργασίας της.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Booking.com χρησιμοποιούσε για χρόνια τις λεγόμενες «ρήτρες βέλτιστης τιμής», οι οποίες υποχρέωναν τα καταλύματα να μην προσφέρουν χαμηλότερες τιμές από την εν λόγω πλατφόρμα μέσω άλλων καναλιών, όπως οι απευθείας κρατήσεις. Με τον τρόπο αυτό περιορίζονταν ο ανταγωνισμός και η ελευθερία τιμολόγησης των επιχειρήσεων φιλοξενίας.
Η απόφαση, αυτή που αποτελεί σηματωρό για την εκδίκαση και άλλων αντίστοιχων υποθέσεων, αναγνωρίζει ότι η Booking.com, τόσο μέσω της μητρικής εταιρείας όσο και της γερμανικής θυγατρικής της, οφείλει να αποζημιώσει 1.099 διαχειριστές καταλυμάτων για ζημίες που υπέστησαν από το 2013 και μετά. Το ύψος της αποζημίωσης δεν καθορίστηκε ακόμη και θα κριθεί σε επόμενες δικαστικές διαδικασίες.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συγκεκριμένες ρήτρες εμπόδιζαν τα καταλύματα να μειώνουν τις τιμές τους στις απευθείας κρατήσεις, αξιοποιώντας την εξοικονόμηση από την προμήθεια της Booking.com, η οποία κυμαινόταν κατά μέσο όρο από 10% έως 15%. Παράλληλα, δυσκόλευαν την προσφορά εκπτώσεων «τελευταίας στιγμής», περιορίζοντας τη δυνατότητα διαχείρισης της πληρότητας.
Αντίθετα, το αίτημα για γενική επιστροφή των προμηθειών που είχε εισπράξει η Booking.com απορρίφθηκε, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι για τέτοιες αξιώσεις απαιτούνται ξεχωριστές και συγκεκριμένες αγωγές.
Η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη και η Booking.com έχει τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση εντός ενός μηνός. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ανοίγει τον δρόμο για διεκδικήσεις αποζημιώσεων από επιχειρήσεις φιλοξενίας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Η απόφαση του Δικαστηρίου
Αναλυτικά, η απόφαση του Πρωτοδικείου του Βερολίνου που εκδόθηκε χθες στις 16 Δεκεμβρίου, αναφέρει:
Κατόπιν αγωγής αναγνώρισης που άσκησαν συνολικά 1.288 ενάγοντες, το 61ο Πολιτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Βερολίνου II, με τη σημερινή του απόφαση, αναγνώρισε ότι η Booking.com BV και η γερμανική θυγατρική της Booking.com (Deutschland GmbH) ευθύνονται εις ολόκληρον και υποχρεούνται να αποζημιώσουν 1.099 διαχειριστές καταλυμάτων για τη ζημία που υπέστη καθένας ξεχωριστά από τη χρήση παράνομων ρητρών βέλτιστης τιμής από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά.
Η περαιτέρω αγωγή, με την οποία -μεταξύ άλλων- ζητήθηκε η αναγνώριση ότι πρέπει να επιστραφούν προμήθειες κρατήσεων, απορρίφθηκε. Το ακριβές ύψος της ζημίας που υπέστησαν πράγματι οι διαχειριστές και το κατά πόσον αυτή οφείλεται αιτιωδώς στη χρήση των ρητρών βέλτιστης τιμής δεν μπορούσε να κριθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Η Booking.com BV, ανώνυμη εταιρεία κατά το ολλανδικό δίκαιο, διαχειρίζεται την ομώνυμη πλατφόρμα κρατήσεων. Για κάθε μη ακυρώσιμη κράτηση καταλύματος λαμβάνει προμήθεια, η οποία υπολογίζεται αναλογικά βάσει της τιμής διανυκτέρευσης. Η Booking.com (Deutschland GmbH) είναι αρμόδια για την υποστήριξη των Γερμανών συμβαλλόμενων εταίρων της πλατφόρμας.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 έως τις 30 Ιουνίου 2015, η Booking.com BV χρησιμοποιούσε στις συμβάσεις της με τους διαχειριστές καταλυμάτων τις λεγόμενες «ευρείες ρήτρες βέλτιστης τιμής». Σύμφωνα με αυτές, οι διαχειριστές όφειλαν να προσφέρουν τα καταλύματά τους στην πλατφόρμα στις καλύτερες διαθέσιμες τιμές και όρους, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα άλλα κανάλια διανομής. Από την 1η Ιουλίου 2015, η Booking.com BV χρησιμοποίησε στις συμβάσεις της τις λεγόμενες «στενές ρήτρες βέλτιστης τιμής». Βάσει αυτών, οι διαχειριστές καταλυμάτων δεν επιτρεπόταν να προσφέρουν μέσω απευθείας πωλήσεων στους ταξιδιώτες χαμηλότερες τιμές από αυτές της Booking.com.
Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2015, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ανταγωνισμού (Bundeskartellamt) διαπίστωσε ότι η χρήση των λεγόμενων στενών ρητρών βέλτιστης τιμής παραβιάζει το δίκαιο του ανταγωνισμού και διέταξε την κατάργησή τους έως τις 31 Ιανουαρίου 2016. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο (Bundesgerichtshof) επιβεβαίωσε την απόφαση αυτή με απόφαση της 18ης Μαΐου 2021 (αρ. υπόθ. KVR 54/20, BGHZ 230, 88).
Με την αγωγή τους, οι ενάγοντες ζήτησαν, πέραν της αναγνώρισης της υποχρέωσης αποζημίωσης λόγω της χρήσης ρητρών βέλτιστης τιμής, και την αναγνώριση ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να επιστρέψουν τις προμήθειες κρατήσεων που έλαβαν μεταξύ Ιανουαρίου 2006 και Φεβρουαρίου 2025, εφόσον και στο μέτρο που αυτές ήταν υπερβολικές λόγω της χρήσης των παράνομων ρητρών βέλτιστης τιμής.
Κατά την κρίση του Τμήματος, η αγωγή ήταν παραδεκτή ως προς το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης αποζημίωσης λόγω της χρήσης των ρητρών βέλτιστης τιμής. Πράγματι, αγωγή αναγνώρισης είναι κατά κανόνα απαράδεκτη όταν ο ενάγων μπορεί να επιτύχει τον σκοπό του με αγωγή καταβολής χρηματικού ποσού. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας συνεπάγεται σημαντικό κόπο και κόστος.
Ωστόσο, εάν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η εξέλιξη της ζημίας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και, συνεπώς, δεν είναι δυνατός ο τελικός προσδιορισμός της, μπορεί κατ’ εξαίρεση να ασκηθεί αγωγή αναγνώρισης της υποχρέωσης αποζημίωσης. Καθοριστικής σημασίας είναι οι ισχυρισμοί του εκάστοτε ενάγοντος. Σύμφωνα με αυτούς, η χρήση των ρητρών βέλτιστης τιμής συνέβαλε σε σημαντικό αποκλεισμό της αγοράς και σε ολιγοπώλησή της. Η επίδραση στη δομή της αγοράς συνεχίζεται και πέραν της περιόδου χρήσης των ρητρών βέλτιστης τιμής. Τέτοιες μεταγενέστερες επιπτώσεις –σύμφωνα με το Δικαστήριο– καθιστούν πιθανή μια συνεχιζόμενη ζημία για τους ενάγοντες διαχειριστές, γεγονός που καθιστά παραδεκτή την αγωγή αναγνώρισης.
Κατά την άποψη του Τμήματος, οι ενάγοντες διαχειριστές δικαιούνται και αποζημίωση. Τόσο οι στενές όσο και οι ευρείες ρήτρες βέλτιστης τιμής επιφέρουν περιορισμό του ανταγωνισμού, διότι περιορίζουν την ελευθερία τιμολόγησης των διαχειριστών καταλυμάτων και, κατ’ επέκταση, τον ανταγωνισμό στη διάθεση καταλυμάτων. Αυτό ισχύει για τις στενές ρήτρες βέλτιστης τιμής που χρησιμοποιήθηκαν από τους εναγόμενους μεταξύ Ιουλίου 2015 και Ιανουαρίου 2016 ήδη λόγω της δεσμευτικής ισχύος της αμετάκλητης απόφασης του Bundeskartellamt της 22ας Δεκεμβρίου 2015.
Οι ρήτρες βέλτιστης τιμής στερούν από τον διαχειριστή καταλύματος τη προφανή δυνατότητα να λάβει υπόψη στη διαμόρφωση των τιμών του την προμήθεια διαμεσολάβησης –κατά μέσο όρο 10% έως 15% της τιμής δωματίου– που δεν υφίσταται στις απευθείας πωλήσεις, και να χρησιμοποιήσει αυτή την εξοικονόμηση για χαμηλότερες τιμές με σκοπό την προσέλκυση πελατών. Επιπλέον, δυσχεραίνεται η απευθείας διαδικτυακή διάθεση υπολειπόμενης χωρητικότητας με μειωμένες τιμές για λόγους διαχείρισης πληρότητας. Βεβαίως, οι διαχειριστές θα μπορούσαν να κάνουν τέτοιες προσφορές εφόσον μείωναν ταυτόχρονα την τιμή τους στην Booking.com. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, θα έπρεπε να καταβάλουν τη συνήθη προμήθεια επί της μειωμένης τιμής για τις κρατήσεις μέσω Booking.com, με αποτέλεσμα να περιορίζεται το περιθώριο μείωσης τιμών και, συνεπώς, η δυνατότητα επιτυχούς «last minute» διάθεσης.
Κατά το μέρος που ζητήθηκε η αναγνώριση υποχρέωσης επιστροφής ήδη καταβληθεισών προμηθειών, η αγωγή κρίθηκε απαράδεκτη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες όφειλαν να ασκήσουν αγωγή καταβολής συγκεκριμένου ποσού, δεδομένου ότι οι ήδη καταβληθείσες προμήθειες αφορούν ολοκληρωμένο πραγματικό γεγονός.
Σε 70 περιπτώσεις, η αγωγή κρίθηκε απαράδεκτη επειδή δεν αποδείχθηκε η νόμιμη εξουσιοδότηση των πληρεξουσίων δικηγόρων των εναγόντων. Σε 118 ενάγοντες δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ότι επηρεάστηκαν από την παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού μέσω της χρήσης των ρητρών βέλτιστης τιμής. Σε μία περίπτωση, η αγωγή ήταν απαράδεκτη για άλλους λόγους.
Η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη. Τα μέρη μπορούν να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Εφετείου (Kammergericht) εντός ενός μηνός από την επίδοση της απόφασης.




















