της Εύας Οικονομάκη

Σφοδρές αντιδράσεις στον τουριστικό κόσμο έχει προκαλέσει το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό (ΕΧΠΤ), με τους φορείς του κλάδου να εκφράζουν ανησυχίες.

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ), το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΞΕΕ), αλλά και τοπικές ενώσεις ξενοδόχων από περιοχές όπως η Ρόδος και η Κέρκυρα, έχουν καταθέσει σειρά παρατηρήσεων και ενστάσεων προς τα συναρμόδια υπουργεία, επισημαίνοντας ότι το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει γενικευμένους περιορισμούς χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση.

H επιχειρηματολογία

Οι φορείς του τουρισμού συγκλίνουν στην άποψη ότι η χώρα χρειάζεται ένα σαφές και σταθερό χωροταξικό πλαίσιο, το οποίο θα ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, θα προσφέρει προβλεψιμότητα στις επενδύσεις και θα στηρίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού. Όπως υπογραμμίζουν, το ΕΧΠΤ οφείλει να λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο κατευθύνσεων και όχι ως μηχανισμός επιβολής αυστηρών και οριζόντιων απαγορεύσεων που δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκονται τα νέα όρια αρτιότητας για τουριστικές επενδύσεις εκτός σχεδίου, καθώς θεωρείται ότι αποκλείουν ουσιαστικά τις μικρές ιδιοκτησίες και ευνοούν τη συγκέντρωση της τουριστικής δραστηριότητας σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Παράλληλα, οι εκπρόσωποι του κλάδου τονίζουν ότι κάθε τουριστικός προορισμός διαθέτει διαφορετικά χαρακτηριστικά και ανάγκες, γεγονός που απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση και όχι ενιαίες ρυθμίσεις για το σύνολο της χώρας.

Ιδιαίτερη αντίδραση προκαλεί και η πρόβλεψη για ανώτατα όρια στον αριθμό των τουριστικών κλινών, όπως τα όρια των 100 ή 350 κλινών ανά περιοχή. Σύμφωνα με τους φορείς, τα συγκεκριμένα όρια δεν στηρίζονται σε επαρκή δεδομένα και αγνοούν σημαντικούς παράγοντες, όπως η ποιότητα των υποδομών, η πραγματική φέρουσα ικανότητα κάθε προορισμού και οι αναπτυξιακές του δυνατότητες. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι η φέρουσα ικανότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα στατικό μέγεθος που οδηγεί σε αυτόματες απαγορεύσεις, αλλά ως ένα δυναμικό εργαλείο σχεδιασμού που συνδέεται με τις επενδύσεις, τις υποδομές και τις τοπικές ανάγκες.

Ένα ακόμη βασικό σημείο προβληματισμού αφορά τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Όπως επισημαίνουν, η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού βασίστηκε διαχρονικά σε ένα πολυμορφικό μοντέλο φιλοξενίας, όπου συνυπάρχουν μικρές οικογενειακές μονάδες, ενοικιαζόμενα δωμάτια και ξενοδοχεία διαφορετικών κατηγοριών. Για τον λόγο αυτό θεωρούν προβληματική κάθε πολιτική που συνδέει την ποιότητα αποκλειστικά με τα ξενοδοχεία υψηλής κατηγορίας ή περιορίζει την πρόσβαση μικρότερων μονάδων σε επενδυτικά κίνητρα.

Σημαντική θέση στη συζήτηση κατέχει και το ζήτημα των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Οι φορείς του ξενοδοχειακού κλάδου υποστηρίζουν ότι η ανεξέλεγκτη εξάπλωση των καταλυμάτων τύπου Airbnb επιβαρύνει τις τοπικές υποδομές, αλλοιώνει τον χαρακτήρα των προορισμών και δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Ζητούν ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που θα εντάσσει τις βραχυχρόνιες μισθώσεις στον συνολικό σχεδιασμό της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής.

Παράλληλα, οι επιχειρηματίες του τουρισμού εκφράζουν έντονη ανησυχία για νέες οικονομικές επιβαρύνσεις στον ξενοδοχειακό τομέα. Υποστηρίζουν ότι ο κλάδος ήδη επιβαρύνεται με σημαντικά τέλη, όπως το τέλος διαμονής και το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση, και εκτιμούν ότι ενδεχόμενες νέες περιβαλλοντικές εισφορές θα μειώσουν περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Οι ιδιοκτήτες μικρών καταλυμάτων

Από την άλλη πλευρά, η Συνομοσπονδία Επιχειρηματιών Τουριστικών Καταλυμάτων Ελλάδος (ΣΕΤΚΕ) βλέπει θετικά τη μείωση της δυναμικότητας μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων, θεωρώντας ότι έτσι περιορίζεται η υπερσυγκέντρωση και προστατεύεται καλύτερα η φέρουσα ικανότητα των προορισμών. Ωστόσο, διαφωνεί με περιορισμούς που επηρεάζουν τα μικρά καταλύματα και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, τα οποία αποτελούν βασικό στοιχείο της οικονομίας πολλών μικρών νησιών.

Τα Airbnb

Την ίδια στιγμή, ο Σύνδεσμος Εταιρειών Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων (STAMA) υποστηρίζει ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις δεν μπορούν να αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια όπως τα ξενοδοχεία, καθώς πρόκειται για διαφορετικά μοντέλα φιλοξενίας. Ο σύνδεσμος εκφράζει επιφυλάξεις και για τη γενικευμένη χρήση του όρου «υπερτουρισμός», σημειώνοντας ότι κάθε περιοχή παρουσιάζει διαφορετικές συνθήκες και ανάγκες. Παράλληλα, ζητά οι μελέτες φέρουσας ικανότητας να βασίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα και να εκπονούνται με ενιαία και αντικειμενική μεθοδολογία.