της Εύας Οικονομάκη

Σε μια χρονιά θετικών επιδόσεων για τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης εξελίχθηκε το 2025. Τα βασικά μεγέθη –πληρότητα, μέση τιμή δωματίου και έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο– κινήθηκαν ανοδικά, επιβεβαιώνοντας ότι η πόλη εδραιώνεται σταδιακά ως ελκυστικός προορισμός για σύντομα ταξίδια αναψυχής.

Με βάση τα στοιχεία της GBR Consulting, η πληρότητα κατέγραψε μικρή αλλά θετική μεταβολή, αυξανόμενη κατά 0,9% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ τον Σεπτέμβριο άγγιξε το 85%. Την ίδια στιγμή, η μέση τιμή δωματίου (ADR) σημείωσε πιο αισθητή άνοδο, της τάξης του 4,4%, ξεπερνώντας τα 120 ευρώ στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου. Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, το έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPAR) ενισχύθηκε κατά 5,3%, προσεγγίζοντας τα 100 ευρώ.

Η συμπεριφορά των ταξιδιωτών

Σχετικά με την καταναλωτική συμπεριφορά των επισκεπτών, η μέση ημερήσια δαπάνη ανά άτομο αυξήθηκε κατά 7%, φτάνοντας τα 93 ευρώ, έναντι 87 ευρώ το 2024. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων κατευθύνθηκε σε υπηρεσίες εστίασης και αγορές, ενισχύοντας συνολικά την τοπική οικονομία.

Σε ό,τι αφορά το προφίλ των επισκεπτών, οι ξένοι τουρίστες αποτέλεσαν το 56% του συνόλου, ενώ οι Έλληνες το 44%. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία παρέμειναν βασικές αγορές, αν και παρουσίασαν μικρή κάμψη. Αντίθετα, η αγορά του Ισραήλ σημείωσε εντυπωσιακή επιστροφή, με αύξηση 43%, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση.

Παρά την ενίσχυση της επιβατικής κίνησης στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», η αύξηση αυτή δεν αποτυπώθηκε πλήρως στην απόδοση των ξενοδοχείων. Η πληρότητα εμφάνισε περιορισμένη βελτίωση και σε αρκετούς μήνες υποχώρησε. Η Γερμανία διατήρησε τη θέση της ως η σημαντικότερη αγορά, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο παρέμεινε δεύτερο, καταγράφοντας ωστόσο πτώση. Την ίδια στιγμή, ανοδική πορεία παρουσίασαν αγορές όπως η Τουρκία, η Ολλανδία και η Πολωνία.

Παράλληλα, τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης συνέχισαν να αυξάνονται, εντείνοντας τον ανταγωνισμό. Στη Θεσσαλονίκη λειτουργούν περίπου 4.800 καταλύματα τύπου Airbnb, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διαφοροποίηση και την αναβάθμιση του ξενοδοχειακού προϊόντος.

Αξιοσημείωτη είναι και η ενίσχυση της παρουσίας διεθνών ξενοδοχειακών αλυσίδων, οι οποίες αυξήθηκαν σε επτά από πέντε την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο, οι ελληνικές αλυσίδες εξακολουθούν να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, τόσο σε αριθμό μονάδων όσο και σε διαθέσιμα δωμάτια.

Η σύγκριση με τους ανταγωνιστές

Παρότι η συνολική εικόνα είναι θετική, η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις δείχνει ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο βελτίωσης. Η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να υστερεί σε δείκτες όπως η πληρότητα και το RevPAR, αν και έχει σημειώσει πρόοδο στη μέση τιμή δωματίου. Συνολικά, η πορεία της πόλης κρίνεται ενθαρρυντική, αλλά απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της.