της Εύας Οικονομάκη

Στην απόρριψη των μελετών που έχει καταθέσει η Estia JJC Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης Ακινήτων για την επένδυσή της που προβλέπει τη μετατροπή του ακινήτου το οποίο στο παρελθόν στέγαζε την εφημερίδα «Εστία» σε ξενοδοχείο 4 αστέρων προχώρησε το τμήμα Μελετών Αναστήλωσης Νεώτερων και Σύγχρονων Μνημείων και Πολιτιστικών Κτιρίων του υπουργείου Πολιτισμού.

Πιο αναλυτικά, δεν δόθηκε το «πράσινο φως» τις σχετικές μελέτες που είχε καταθέσει η Estia JJC Α.Ε. διότι «οι προτεινόμενες επεμβάσεις προκαλούν βλάβη στο μνημείο», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η απόφαση που υπέγραψαν η γενική διευθύντρια Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων και η γενική διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του υπουργείου Πολιτισμού.

«Όλες οι μελέτες πρέπει να επανασυνταχθούν προκειμένου να είναι συμβατές μεταξύ τους και να είναι πλήρεις λαμβάνοντας υπόψη το εύρος και το είδος των επεμβάσεων επί του μνημείου και την ανάπτυξη του νέου τμήματος επί της οδού Καρύτση, προκειμένου να μην αντίκειται στους κτιριοδομικούς κανονισμούς», επισημαίνεται.

Η προμελέτη αφορούσε την αποκατάσταση του χαρακτηρισμένου ως μνημείο κτιρίου της εφημερίδας «Εστία», που βρίσκεται επί της οδού Άνθιμου Γαζή 7, την προσθήκη καθ’ ύψος εξαώροφου κτιρίου με υπόγειο και δώμα με πισίνα, και την αλλαγή χρήσης από γραφείο σε ξενοδοχείο 4 αστέρων. Αντίστοιχα, η μελέτη συντήρησης αφορούσε τον ζωγραφικό διάκοσμο και τα διατηρητέα μορφολογικά στοιχεία του κτιρίου.

Το ακίνητο, στο οποίο στεγαζόταν η εφημερίδα «Εστία», σύμφωνα με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών, χρονολογείται από το 1876 και είναι επιφάνειας 918 τετραγωνικών μέτρων. Χαρακτηρίστηκε πέρυσι προστατευόμενο μνημείο και αποτελεί τυπικό δείγμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα.

Το κτίριο αποτελεί τυπικό δείγμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, με βάση, κορμό και στέψη στη συμμετρική πρόσοψη και μαρμάρινο εξώστη στον πρώτο όροφο. Από την ανέγερσή του το κτίριο στέγαζε τα γραφεία και το τυπογραφείο της εφημερίδας «Εστία». Το 2004 εγκρίθηκε μια διαδικασία αποκατάστασής του, βάσει μελέτης του αρχιτέκτονα Μιχάλη Τυλιανάκη.