
Αυξημένη κατά 5% σε σχέση με πέρυσι παρέμεινε η αεροπορική κίνηση στην Ελλάδα την εβδομάδα 10-16 Αυγούστου, διατηρώντας τη χώρα μεταξύ των μεγαλύτερων αγορών της Ευρώπης, την ώρα, ωστόσο, που οι ελλείψεις σε προσωπικό στον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας εξακολούθησαν να προκαλούν σημαντικές καθυστερήσεις.
Σύμφωνα με τη νεότερη επισκόπηση του Eurocontrol, η Ελλάδα κατέλαβε την έβδομη θέση μεταξύ των δέκα κρατών με τη μεγαλύτερη αεροπορική κίνηση, καταγράφοντας κατά μέσο όρο 2.801 αφίξεις και αναχωρήσεις ημερησίως, χωρίς να συνυπολογίζονται οι υπερπτήσεις. Σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα, η κίνηση υποχώρησε οριακά κατά 1%, κυρίως λόγω της μείωσης των πτήσεων που συνέδεαν την Ελλάδα με τις σκανδιναβικές αγορές και ειδικότερα τη Νορβηγία και τη Δανία.
Την ίδια στιγμή, θετική ήταν η εικόνα στη σύνδεση της χώρας με το Ισραήλ. Οι αυξημένες πτήσεις μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ συνέβαλαν στην ενίσχυση κατά 3% της αεροπορικής κίνησης μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής σε εβδομαδιαία βάση. Η συγκεκριμένη ροή ξεπέρασε μάλιστα για πρώτη φορά από την έναρξη της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή, στις αρχές Μαρτίου, την κίνηση μεταξύ Ευρώπης και Βόρειας Αφρικής.
Η ισχυρή ταξιδιωτική ζήτηση συνοδεύτηκε, πάντως, από πιέσεις στη διαχείριση του εναέριου χώρου. Η Ελλάδα αντιπροσώπευσε το 11% του συνόλου των καθυστερήσεων διαδρομής ATFM στο ευρωπαϊκό δίκτυο. Από αυτές, το 6% αποδόθηκε στο Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών και το 5% στο Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Μακεδονίας, με βασική αιτία τη χωρητικότητα και τη στελέχωση των υπηρεσιών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.
Το Κέντρο Ελέγχου Μακεδονίας κατέγραψε κατά μέσο όρο 1,8 λεπτά καθυστέρησης ανά πτήση και το Κέντρο Ελέγχου Αθηνών 1,6 λεπτά. Σύμφωνα με το Eurocontrol, και στα δύο καταγράφονταν καθημερινά καθυστερήσεις που σχετίζονταν με τη στελέχωση, παρότι ο αριθμός των διαθέσιμων τομέων ελέγχου ανταποκρινόταν στον προγραμματισμό. Την Παρασκευή, η διαχείριση της κίνησης επιβαρύνθηκε επιπλέον από έντονα καιρικά φαινόμενα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το δίκτυο διαχειρίστηκε κατά μέσο όρο 36.174 πτήσεις ημερησίως, αριθμός αυξημένος κατά 3% σε ετήσια βάση. Οι καθυστερήσεις διαδρομής περιορίστηκαν κατά 13% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, στις 87.280 λεπτά ημερησίως, ενώ η χωρητικότητα και η στελέχωση των υπηρεσιών ελέγχου ευθύνονταν για το 56% του συνόλου και οι καιρικές συνθήκες για το 40%.
Βελτιωμένη ήταν η συνέπεια των πτήσεων στο σύνολο του δικτύου: το 74,2% των αφίξεων και το 66,7% των αναχωρήσεων πραγματοποιήθηκαν με απόκλιση έως 15 λεπτών από τον προγραμματισμένο χρόνο, έναντι 73,5% και 65,2% αντίστοιχα την ίδια περίοδο του 2025.























