της Σοφίας Γκιαούρη

Θετικά μηνύματα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας προκύπτουν από τους δείκτες του τρίτου τριμήνου του 2026, παρά την άνοδο των τιμών της ενέργειας και τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις. Η τουριστική δραστηριότητα, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές εξακολουθούν να στηρίζουν την ανάπτυξη, ενώ το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2027 προβλέπει επιτάχυνση του ρυθμού μεγέθυνσης στο 2,3% το επόμενο έτος.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στο εβδομαδιαίο δελτίο της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία», το οποίο εξετάζει την πορεία των βασικών οικονομικών δεικτών και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας ενόψει του 2027.

Παρά την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος, οι πρώτες ενδείξεις για το διάστημα Ιουλίου–Σεπτεμβρίου δείχνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα διατήρησε τη δυναμική της. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν η αύξηση της απασχόλησης, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις και η ενίσχυση των πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο.

Τουρισμός και εξαγωγές στηρίζουν την ανάπτυξη

Η συμβολή του τουρισμού παραμένει ουσιαστική για την ελληνική οικονομία, καθώς οι ταξιδιωτικές εισπράξεις συγκαταλέγονται στους παράγοντες που ενισχύουν την εγχώρια ζήτηση και την παραγωγή.
Το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 1,9%, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη, παρά τις επιπτώσεις από τις ενεργειακές ανατιμήσεις.

Η επίδοση αυτή στηρίχθηκε στις επενδύσεις παγίων, στην κατανάλωση, στις τουριστικές εισπράξεις και στις εξαγωγές αγαθών.

Για το τρίτο τρίμηνο, οι διαθέσιμοι δείκτες παραπέμπουν σε διατήρηση της ανθεκτικότητας, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη επιβεβαιωθεί η τελική επίδοση του ΑΕΠ. Τα σχετικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αναμένεται να δημοσιοποιηθούν στις 7 Δεκεμβρίου.

Στο 5,1% ο πληθωρισμός τον Σεπτέμβριο

Η θετική εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας συνοδεύεται από σημαντικές πιέσεις στο κόστος ζωής.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε στο 5,1% σε ετήσια βάση, έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη.

Η άνοδος των τιμών συνδέεται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την αύξηση του ενεργειακού κόστους, ενώ η ισχυρή τουριστική ζήτηση συνέβαλε επίσης στις πληθωριστικές πιέσεις.

Ενδεικτικά, η μέση τιμή του πετρελαίου Brent διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στα 102 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας αύξηση 51% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.

Παρότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός επιβραδύνθηκε στο 3,8% κατά το τρίτο τρίμηνο, από 4,4% το προηγούμενο, οι κίνδυνοι νέων ανατιμήσεων παραμένουν αυξημένοι ενόψει του χειμώνα.

Θετικό οικονομικό κλίμα, αλλά επιφυλακτικά τα νοικοκυριά

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος του ΙΟΒΕ διαμορφώθηκε στις 107,2 μονάδες το τρίτο τρίμηνο, παραμένοντας πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 100 μονάδων.

Η Ελλάδα κατέγραψε υψηλότερη επίδοση από την Ευρωζώνη, όπου ο αντίστοιχος δείκτης βρέθηκε στις 97,8 μονάδες, για 17ο συνεχόμενο τρίμηνο.
Βελτίωση σημειώθηκε στο λιανικό εμπόριο και στις κατασκευές, ενώ θετικές παρέμειναν οι ενδείξεις στη μεταποίηση.

Ειδικότερα, ο δείκτης PMI μεταποίησης αυξήθηκε στις 54,2 μονάδες, από 53,2 το προηγούμενο τρίμηνο, υποδηλώνοντας συνεχιζόμενη επέκταση της δραστηριότητας.

Ωστόσο, η καταναλωτική εμπιστοσύνη εξακολουθεί να βρίσκεται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα από την επιχειρηματική, αντανακλώντας τις πιέσεις που ασκεί η ακρίβεια στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Ανάπτυξη 2,3% προβλέπει ο Προϋπολογισμός για το 2027

Σύμφωνα με το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί κατά 2,3% το 2027, έναντι 2% το 2026.

Η πρόβλεψη είναι πιο αισιόδοξη από εκείνη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο εκτιμά ανάπτυξη 1,8% και για τα δύο έτη.

Βασικός μοχλός της οικονομικής μεγέθυνσης αναμένεται να είναι οι επενδύσεις, οι οποίες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,9% το 2027, συνεισφέροντας περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στην ανάπτυξη.

Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί κατά 1,5%, ενώ η ανεργία προβλέπεται να υποχωρήσει στο 7,9%, από 8,4% το 2026.

Στο δημοσιονομικό πεδίο, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,3% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος να μειωθεί στο 128,8% του ΑΕΠ.

Η πρόκληση μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Κρίσιμο ζήτημα για την επόμενη χρονιά αποτελεί η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας το 2026.

Παρότι προβλέπεται αύξηση του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων, εξαιρουμένων των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, στα 11 δισ. ευρώ το 2027, από 9,8 δισ. ευρώ το 2026, η κάλυψη του επενδυτικού κενού θα απαιτήσει σημαντική κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν θετικές, ωστόσο η γεωπολιτική αβεβαιότητα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα συνιστούν βασικούς κινδύνους.

Σε αυτό το περιβάλλον, η διατήρηση των τουριστικών εισπράξεων, η ενίσχυση των εξαγωγών και η συνέχιση των επενδύσεων αναδεικνύονται σε καθοριστικούς παράγοντες για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων του 2027.