Σύνταξη: tourismtoday.gr

Ισχυρή άνοδο στις τιμές και στα έσοδα ανά διαθέσιμη νύχτα κατέγραψε η Ελλάδα τον Ιούλιο, στην αγορά για βραχυχρόνιες μισθώσεις της Ευρώπης, παρά τη μείωση της προσφοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουλίου 2026:

  • Οι διαθέσιμες καταχωρίσεις στην χώρα μας μειώθηκαν 2% σε ετήσια βάση.
  • Η ζήτηση σε διανυκτερεύσεις αυξήθηκε 1,9%.
  • Την ίδια στιγμή, η μέση ημερήσια τιμή (ADR) ενισχύθηκε 12,8%.
  • Τα Έσοδα ανά Διαθέσιμο Δωμάτιο (RevPAR) αυξήθηκαν 14,3%.

Η Ευρώπη ανεβάζει τιμές, αλλά όχι πληρότητα

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων παρουσίασε τον Ιούλιο μια εικόνα σταθεροποίησης.

  • Οι διαθέσιμες καταχωρίσεις ανήλθαν σε 4,18 εκατ., στο +1,9% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025.
  • Οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν οριακά 0,8%, φτάνοντας τα 61,68 εκατ.
  • Η μέση ημερήσια τιμή κατέγραψε άνοσο 8,2%, στα 159,2 ευρώ, ενώ η πληρότητα υποχώρησε οριακά κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, στο 69,2%. Ως αποτέλεσμα, το RevPAR αυξήθηκε κατά 7,7%, στα 110,1 ευρώ.

Με άλλα λόγια, η άνοδος των εσόδων στην Ευρώπη προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από την αύξηση των τιμών. Το RevPAR αυξήθηκε στις 19 από τις 20 μεγαλύτερες αγορές της ηπείρου.

Η Ελλάδα διαφοροποιείται από αυτή την εικόνα, καθώς κατάφερε να συνδυάσει την άνοδο των τιμών με αύξηση της πληρότητας.

Η ελληνική αγορά: Λιγότερα καταλύματα, υψηλότερες τιμές

  • Η προσφορά στην Ελλάδα μειώθηκε 2% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο. Η εξέλιξη εντάσσεται στη γενικότερη αναπροσαρμογή της αγοράς μετά τους νέους κανόνες που εφαρμόστηκαν από το φθινόπωρο του 2025.
  • Ωστόσο, η μείωση της προσφοράς δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη υποχώρηση της ζήτησης. Οι ημερομηνίες υψηλής ζήτησης αυξήθηκαν 1,9%, ενώ η πληρότητα ενισχύθηκε 1,4 ποσοστιαίες μονάδες.
  • Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η πορεία των τιμών. Η ADR στην χώρα μας είχε άνοδο 12,8%, ενώ ο δείκτης RRI, ο οποίος αποτυπώνει τις μεταβολές στις τιμές των ίδιων καταχωρίσεων και επομένως περιορίζει την επίδραση από την είσοδο ή την έξοδο ακινήτων από την αγορά, αυξήθηκε 7,8%.

Η διαφορά των δύο μεγεθών είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Η μέση τιμή αυξάνεται ταχύτερα από τις τιμές των ίδιων καταλυμάτων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αλλαγή της σύνθεσης της αγοράς διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.
Η αποχώρηση καταλυμάτων χαμηλότερης ποιότητας ή χαμηλότερης τιμής από την αγορά ανεβάζει τον μέσο όρο.

Το φαινόμενο είναι ακόμη πιο έντονο στην Ελλάδα από ό,τι στην Ισπανία, όπου οι καταχωρίσεις μειώθηκαν 12,5%, η ADR αυξήθηκε 10,1% και ο RRI 7,3%.

Η ζήτηση στην Ελλάδα κινείται αντίθετα από την προσφορά

Η ελληνική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η ζήτηση αυξήθηκε την ίδια στιγμή που η προσφορά μειώθηκε.

  • Στην Ευρώπη συνολικά, οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν μόλις 0,8%, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες αγορές σημείωσαν συνολικά πτώση 0,5%.
  • Η Ισπανία ήταν ο βασικός λόγος για την εικόνα αυτή, με πτώση της ζήτησης κατά 11,8%.
  • Εξαιρουμένης της Ισπανίας, οι τέσσερις υπόλοιπες μεγάλες αγορές αυξήθηκαν κατά 1,5%, με την Ιταλία να καταγράφει άνοδο 4,2%, το Ηνωμένο Βασίλειο 2,5% και τη Γαλλία 2%.
  • Η Ελλάδα, με αύξηση 1,9%, κινήθηκε κοντά σε αυτή την επίδοση και ξεπέρασε αρκετές μεγαλύτερες αγορές.
  • Αξιοσημείωτη είναι και η σύγκριση με την Κροατία. Οι δύο αγορές της Νότιας Ευρώπης παρουσίασαν μείωση προσφοράς, όμως στην Ελλάδα η ζήτηση αυξήθηκε κατά 1,9%, ενώ στην Κροατία μειώθηκε κατά 5,9%.

Το RevPAR στην Ελλάδα αυξήθηκε 14,3%

Η επίδοση του RevPAR είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο για την ελληνική αγορά.

  • Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το RevPAR αυξήθηκε 7,7%, με την ADR να αυξάνεται 8,2% και την πληρότητα να υποχωρεί 0,3 μονάδες.
  • Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αύξηση της ADR 12,8% συνδυάστηκε με άνοδο της πληρότητας κατά 1,4 μονάδες.
  • Το αποτέλεσμα ήταν αύξηση του RevPAR 14,3%.
  • Η Ελλάδα βρέθηκε έτσι πολύ κοντά στις ισχυρότερες επιδόσεις της Ευρώπης. Πρώτη ήταν η Ουγγαρία, με άνοδο RevPAR 25,0%, ακολουθούμενη από αγορές που κατάφεραν να συνδυάσουν αυξήσεις τιμών με υψηλότερη πληρότητα.

Η ελληνική επίδοση είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή δεν βασίζεται αποκλειστικά στην αύξηση των τιμών.
Η μεγαλύτερη πληρότητα δείχνει ότι η ζήτηση εξακολουθεί να απορροφά το διαθέσιμο απόθεμα, παρά το γεγονός ότι αυτό έχει περιοριστεί.

Η προσφορά μετατοπίζεται προς τα μεγαλύτερα σπίτια

Μια από τις σημαντικότερες τάσεις της ευρωπαϊκής αγοράς αφορά το μέγεθος των καταλυμάτων.

  • Συνολικά, η προσφορά αυξήθηκε μόλις 1,9%, όμως η αύξηση ήταν πολύ μεγαλύτερη στα μεγάλα ακίνητα.
  • Τα σπίτια με τρία υπνοδωμάτια αυξήθηκαν 2,6%, με τέσσερα υπνοδωμάτια 3,7%, με πέντε κατά 4,5%, ενώ τα ακίνητα με έξι ή περισσότερα υπνοδωμάτια 5,1%.
  • Αντίθετα, τα στούντιο και τα καταλύματα ενός υπνοδωματίου είχαν άνοδο μόλις 1,4%, ενώ τα δύο υπνοδωμάτια 1,3%.

Η τάση αυτή ακολουθεί και τη ζήτηση: οι διανυκτερεύσεις για σπίτια με έξι ή περισσότερα υπνοδωμάτια ήταν στο +4,3%, ενώ για τα πεντάρια +3,8%. Στα καταλύματα δύο υπνοδωματίων, αντίθετα, η ζήτηση μειώθηκε 0,6%.

Η αγορά φαίνεται, επομένως, να προσθέτει προσφορά κυρίως εκεί όπου αυξάνεται η ζήτηση για μεγαλύτερα καταλύματα, δηλαδή για οικογένειες και μεγαλύτερες παρέες.

Η Ισπανία αλλάζει την ευρωπαϊκή εικόνα

Η μεγαλύτερη διαρθρωτική αλλαγή στην Ευρώπη παρατηρείται στην Ισπανία. Οι διαθέσιμες καταχωρίσεις είχαν πτώση 12,5%, με περίπου 52.000 ακίνητα να έχουν αποχωρήσει από την αγορά. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει σημαντικά τους συνολικούς ευρωπαϊκούς αριθμούς.

  • Οι πέντε μεγαλύτερες αγορές αύξησαν συνολικά την προσφορά μόλις 1,2%, έναντι 1,9% για την Ευρώπη συνολικά.
  • Εάν εξαιρεθεί η Ισπανία, οι υπόλοιπες τέσσερις μεγάλες αγορές παρουσίασαν αύξηση 3,6%: Γαλλία 4%, Ιταλία 3,6%, Ηνωμένο Βασίλειο 3,4% και Γερμανία 3%.
  • Η Ελλάδα και η Κροατία αποτελούν τις βασικές περιπτώσεις μείωσης προσφοράς στην αμέσως επόμενη ομάδα μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών.

Η ζήτηση του καλοκαιριού παραμένει ισχυρή

  • Οι διανυκτερεύσεις στην Ευρώπη έφτασαν τον Ιούλιο τα 61,7 εκατ., αυξημένες 0,8%. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό διανυκτερεύσεων για Ιούλιο από το 2022.
  • Σε σχέση με τον Ιούλιο του 2024, η αύξηση φτάνει το 8,6%, ενώ σε σχέση με το 2023 ανέρχεται σε 15,9% και σε σχέση με το 2022 σε 33,5%.
  • Ωστόσο, οι νέες κρατήσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσα στον Ιούλιο μειώθηκαν 3,9%, στα 42 εκατ. Η απόσταση ανάμεσα στις διανυκτερεύσεις που πραγματοποιήθηκαν και στις νέες κρατήσεις δείχνει ότι σημαντικό μέρος των ταξιδιών είχε προγραμματιστεί αρκετά νωρίτερα.
  • Η μέση περίοδος μεταξύ κράτησης και διαμονής αυξήθηκε οριακά, από 38 ημέρες το 2025 σε 39 ημέρες φέτος.

Το φθινόπωρο εμφανίζεται ισχυρότερο από τον Αύγουστο

Τα στοιχεία των κρατήσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί έως τις 11 Αυγούστου δίνουν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εικόνα για τους επόμενους μήνες.

  • Ο Αύγουστος κινείται 1,6% υψηλότερα από πέρυσι ως προς τις διανυκτερεύσεις, αλλά η πληρότητα παραμένει 1,1 ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα, στο 67,5%.
  • Η ADR, αντίθετα, κινείται 9,4% υψηλότερα, στα 162 ευρώ, οδηγώντας σε αύξηση του RevPAR κατά 7,7%.

Το πραγματικά ισχυρό σημείο της αγοράς είναι όμως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος.

  • Για τον Σεπτέμβριο, οι demand nights είναι σήμερα 6,9% υψηλότερες από την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ενώ για τον Οκτώβριο η αύξηση φτάνει το 6,0%.
  • Ακόμη σημαντικότερο: η πληρότητα για τον Σεπτέμβριο κινείται 1,1 ποσοστιαία μονάδα πάνω από πέρυσι και για τον Οκτώβριο 0,2 μονάδα υψηλότερα.
  • Την ίδια στιγμή, το RevPAR «τρέχει» 16,9% υψηλότερα τον Σεπτέμβριο και 15,9% τον Οκτώβριο.

Οι ταξιδιώτες δεν φαίνεται να αναζητούν χαμηλότερες τιμές. Η ADR του Σεπτεμβρίου που έχει ήδη καταγραφεί στις κρατήσεις ανέρχεται σε 152 ευρώ, στο +12,9% και υψηλότερη από τα 150 ευρώ που ήταν η πραγματική μέση τιμή στην Ευρώπη τον Ιούνιο. Για τον Οκτώβριο η ADR διαμορφώνεται στα 149 ευρώ, αυξημένη 14,3%.

Οι ταξιδιώτες επιλέγουν πλέον και ακριβότερα καταλύματα

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξεταστούν οι κατηγορίες τιμών.

Για τον Σεπτέμβριο, η πληρότητα των luxury καταλυμάτων κινείται 2,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από πέρυσι. Στα upscale η αύξηση είναι 2,2 μονάδες, στα midscale 2, στα economy 1,6 και στα budget 1,1 μονάδα.

Η τάση είναι σαφής: όσο ανεβαίνει η κατηγορία τιμής, τόσο μεγαλύτερη είναι ηβελτίωση της πληρότητας.

Αυτό δείχνει ότι οι ταξιδιώτες που επιλέγουν την χαμηλή τουριστικά περίοδο δεν κάνουν απαραίτητα οικονομία.
Αντίθετα, φαίνεται να αξιοποιούν την ευελιξία του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου για να ταξιδέψουν σε πιο ήσυχες περιόδους, χωρίς να εγκαταλείπουν τις υψηλότερες κατηγορίες καταλυμάτων.

Μικρά και πολύ μεγάλα σπίτια κερδίζουν το φθινόπωρο

Η ζήτηση ανά μέγεθος καταλύματος εμφανίζει μια χαρακτηριστική καμπύλη U.

  • Για τον Σεπτέμβριο, οι διανυκτερεύσεις σε στούντιο και καταλύματα ενός υπνοδωματίου κινούνται 8,8% υψηλότερα από πέρυσι, ενώ στα σπίτια με έξι ή περισσότερα υπνοδωμάτια η αύξηση φτάνει το 9,5%.
  • Για τον Οκτώβριο, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 7,8% και 13,1%.
  • Στο ενδιάμεσο, οι αυξήσεις είναι σαφώς μικρότερες, με τις κατοικίες δύο υπνοδωματίων να καταγράφουν άνοδο 4,3% τον Σεπτέμβριο και τις τεσσάρων υπνοδωματίων μόλις 3,7%.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το φθινόπωρο προσελκύει αφενός ζευγάρια και μικρές παρέες και αφετέρου μεγάλες οικογένειες ή ομάδες ταξιδιωτών που αναζητούν μεγάλα σπίτια.

Το συμπέρασμα για την Ελλάδα

Η ελληνική αγορά σε βραχυπρόθεσμες ενοικιάσεις βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης, αλλά τα στοιχεία του Ιουλίου δεν δείχνουν υποχώρηση της ζήτησης.

Αντίθετα, λιγότερα διαθέσιμα καταλύματα συνδυάζονται με περισσότερες διανυκτερεύσεις, υψηλότερη πληρότητα και σημαντικά αυξημένες τιμές.

Η άνοδος 12,8% της ADR και 14,3% του RevPAR, μαζί με την αύξηση 1,9% της ζήτησης και 1,4 μονάδας της πληρότητας, κατατάσσουν την Ελλάδα στις αγορές που εμφανίζουν ιδιαίτερα ισχυρή επίδοση σε μια ευρωπαϊκή αγορά όπου η αύξηση των εσόδων βασίζεται κυρίως στις τιμές.

Την ίδια ώρα, η Ευρώπη φαίνεται να οδεύει σε ένα ισχυρό φθινόπωρο. Ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος εμφανίζουν μεγαλύτερη δυναμική από τον Αύγουστο, τόσο σε ζήτηση όσο και σε πληρότητα, ενώ οι τιμές παραμένουν κοντά στα επίπεδα της υψηλής περιόδου.

Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσα καταλύματα θα παραμείνουν στην αγορά, αλλά αν η περιορισμένη προσφορά μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει υψηλότερες τιμές χωρίς να αρχίσει να πιέζει τη ζήτηση. Τα στοιχεία του Ιουλίου δείχνουν, προς το παρόν, ότι η αγορά αντέχει.