Η άνοδος της θερμοκρασίας στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ακόμη στατιστικό στοιχείο για την κλιματική κρίση, αλλά έναν παράγοντα που αρχίζει να επηρεάζει άμεσα τον τρόπο και τον χρόνο που ταξιδεύουν οι Ευρωπαίοι – και όχι μόνο.

Το 2025 καταγράφηκε ως το τρίτο θερμότερο έτος στην ιστορία της Ευρώπης, με τον Μάρτιο να σημειώνει την υψηλότερη μέση θερμοκρασία που έχει καταγραφεί ποτέ στην ήπειρο, σύμφωνα με νέα στοιχεία της Υπηρεσίας Κλιματικής Αλλαγής Copernicus.

Η μέση θερμοκρασία έφτασε τους 10,41 βαθμούς Κελσίου, κατά 1,17 βαθμούς υψηλότερη από τον μέσο όρο της περιόδου 1991–2020, με ασυνήθιστα θερμές συνθήκες να καταγράφονται στον ανατολικό Βόρειο Ατλαντικό, στη Βόρεια Θάλασσα, στη βόρεια Βρετανία, σε τμήματα της Σκανδιναβίας, στη νοτιοδυτική Μεσόγειο και στη δυτική Ρωσία.

Πέρα όμως από τα πρόσφατα ρεκόρ, τα κλιματικά μοντέλα δείχνουν ότι το ήπιο ευρωπαϊκό κλίμα, όπως το γνωρίζαμε, ενδέχεται να αλλάξει ριζικά έως το 2100.

Σύμφωνα με τις προβολές, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες που αναλύθηκαν αναμένεται να βιώνουν τακτικά καύσωνες με θερμοκρασίες άνω των 36,8 βαθμών Κελσίου, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει όχι μόνο την καθημερινότητα, αλλά και τις ταξιδιωτικές επιλογές των επόμενων δεκαετιών.

Ποιες χώρες κινδυνεύουν περισσότερο από ακραία ζέστη

Νέα έρευνα της Reinders Corporation κατατάσσει τη Γαλλία, τη Ρωσία και τη Ρουμανία στις ευρωπαϊκές χώρες που αναμένεται να πληγούν περισσότερο από μελλοντικά κύματα καύσωνα, βάσει κλιματικών μοντέλων, συχνότητας καυσώνων και προβλεπόμενων μέσων και μέγιστων θερμοκρασιών.

Όπως σημειώνει ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και ειδικός σε δεδομένα κλίματος, Gerrit Jan Reinders, πρόκειται για «μικρούς αλλά ισχυρούς δείκτες του ρυθμού με τον οποίο αλλάζει το παγκόσμιο κλίμα», τονίζοντας ότι οι αυξανόμενες θερμικές ακραίες συνθήκες θα δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα των υποδομών, των συστημάτων υγείας και του τρόπου ζωής στην Ευρώπη.

Η Γαλλία κατατάσσεται πρώτη, με προβλέψεις για έως και πέντε κύματα καύσωνα ετησίως έως το τέλος του αιώνα και περίπου 115 συνολικές ημέρες ακραίας ζέστης. Σε ορισμένες περιοχές, η μέση θερμοκρασία ενδέχεται να αγγίξει τους 37 βαθμούς Κελσίου, με σχεδόν τέσσερις μήνες τον χρόνο να χαρακτηρίζονται από συνθήκες καύσωνα.

Η Ρωσία ακολουθεί στη δεύτερη θέση, με μέγιστες θερμοκρασίες που θα μπορούσαν να φτάσουν έως και τους 39,7 βαθμούς Κελσίου, μεταβάλλοντας δραστικά περιοχές που μέχρι σήμερα συνδέονταν με χαμηλές θερμοκρασίες και μακρύ χειμώνα.

Έκπληξη προκαλεί η έντονη παρουσία της Ανατολικής Ευρώπης στις πρώτες θέσεις, με τη Ρουμανία τρίτη, τη Μολδαβία τέταρτη και τη Βουλγαρία πέμπτη, μπροστά ακόμη και από παραδοσιακούς μεσογειακούς προορισμούς.

Πώς μπορεί να αλλάξουν οι ταξιδιωτικές επιλογές

Η προοπτική πιο συχνών και μεγαλύτερης διάρκειας καυσώνων εγείρει ερωτήματα για την άνεση, την ασφάλεια και τον χρονισμό των μελλοντικών ταξιδιών. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η θερμική καταπόνηση αποτελεί ήδη την κύρια αιτία θανάτων που σχετίζονται με ακραία καιρικά φαινόμενα και μπορεί να επιδεινώσει καρδιαγγειακά νοσήματα, άσθμα, διαβήτη και προβλήματα ψυχικής υγείας.

Προορισμοί που βασίζονται σήμερα στον καλοκαιρινό τουρισμό πόλεων, στον οινοτουρισμό ή σε υπαίθριες πολιτιστικές εκδηλώσεις ενδέχεται να χρειαστεί να μετατοπίσουν την αιχμή της ζήτησης προς την άνοιξη και το φθινόπωρο.

Παράλληλα, δεν αποκλείεται να αυξηθεί το ενδιαφέρον για πιο δροσερές παράκτιες περιοχές, ορεινούς προορισμούς ή βορειότερες χώρες που μέχρι σήμερα δεν ανήκαν στους κλασικούς θερινούς προορισμούς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, σύμφωνα με την έρευνα, αρκετές μεσογειακές χώρες φαίνεται να εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από ό,τι θα ανέμενε κανείς. Η Τουρκία, η Ελλάδα και η Ιταλία κατατάσσονται στην 6η, 7η και 10η θέση αντίστοιχα όσον αφορά τη συνολική έκθεση σε καύσωνες.

Η Τουρκία αναμένεται να βιώνει κατά μέσο όρο ένα κύμα καύσωνα ετησίως, διάρκειας περίπου 13 ημερών, ενώ στην Ελλάδα οι καύσωνες ενδέχεται να διαρκούν περισσότερο – έως και 20 ημέρες συνολικά – αλλά με περιορισμένο αριθμό επεισοδίων. Η Ιταλία καταγράφει τη χαμηλότερη επιβάρυνση μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν.

Για τους ταξιδιώτες, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι προορισμοί με μακρά εμπειρία στη διαχείριση υψηλών θερμοκρασιών θα παραμείνουν ελκυστικοί, ενώ περιοχές λιγότερο προετοιμασμένες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες προκλήσεις. Υποδομές κλιματισμού, σκίαση δημόσιων χώρων, διαθεσιμότητα νερού και μηχανισμοί έκτακτης ανάγκης αναμένεται να διαδραματίσουν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο.

Σε βάθος χρόνου, οι μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες θα μπορούσαν να επηρεάσουν από τα δρομολόγια των αεροπορικών εταιρειών και τις κρουαζιέρες έως τη δημοφιλία των ταξιδιών εκτός αιχμής. Αν και οι προβολές αφορούν ορίζοντα έως το 2100, τα στοιχεία της Copernicus δείχνουν ότι η τάση θέρμανσης είναι ήδη παρούσα, λειτουργώντας ως προειδοποιητικό σήμα για το πώς οι ταξιδιωτικές συνήθειες μπορεί σταδιακά να αλλάξουν.