Η Τουρκία, ένας από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, βλέπει τον τουρισμό της να «φρενάρει» για τρίτο συνεχόμενο μήνα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, οι αφίξεις ξένων επισκεπτών τον Ιούλιο υποχώρησαν κατά 5% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τα 6,97 εκατομμύρια. Η τάση πτώσης αφορά κυρίως τις ευρωπαϊκές αγορές, αλλά επεκτείνεται και σε άλλους σημαντικούς προορισμούς.

Ευρώπη και διεθνείς αγορές «κόβουν» ταχύτητα

Η Γερμανία παραμένει η κορυφαία αγορά με 981.000 αφίξεις, ακολουθούμενη από τη Ρωσία (953.733), το Ηνωμένο Βασίλειο, την Πολωνία και την Ολλανδία. Ωστόσο, η γενική κατεύθυνση είναι αρνητική.

Η πτώση από τις ΗΠΑ έφτασε το 21,9%, από το Ιράν το 19% και από την Ελλάδα το 14,4%. Οι ευρωπαϊκές αγορές, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του τουρκικού τουρισμού, δείχνουν πλέον μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.

Οικονομικό περιβάλλον που πιέζει

Με πληθωρισμό στο 33,5%, υψηλά επιτόκια και ανατίμηση της λίρας, οι τιμές στη διαμονή και τις υπηρεσίες έχουν αυξηθεί κατακόρυφα. Τα άλλοτε ελκυστικά all-inclusive πακέτα κοστίζουν πλέον πολύ ακριβότερα, ενώ οι τουρίστες διαμαρτύρονται για εξωφρενικές τιμές σε εστιατόρια – με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα 35 δολάρια για ένα πιάτο κεφτεδάκια ή τα 20 δολάρια για μια πίτσα σε τουριστικές περιοχές.

Στοιχεία που προβληματίζουν

Συνολικά, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, οι αφίξεις ανήλθαν σε 28,4 εκατ., σημειώνοντας μείωση 2,1% σε σχέση με πέρυσι. Για να επιτευχθεί ο φετινός στόχος των 65 εκατ. επισκεπτών και 64 δισ. δολαρίων εσόδων, θα χρειαστεί εντυπωσιακή ανάκαμψη τους επόμενους μήνες. Το 2024 η Τουρκία είχε προσελκύσει 52,6 εκατ. ξένους επισκέπτες (62,3 εκατ. συνολικά), κατακτώντας την τέταρτη θέση παγκοσμίως με έσοδα 61,1 δισ. δολάρια.

Με τον τουρισμό να αντιπροσωπεύει περίπου το 10% του ΑΕΠ και το 5% της απασχόλησης της Τουρκίας, η κάμψη πλήττει ξενοδοχεία, ταξιδιωτικά γραφεία αλλά και την οικονομία στο σύνολό της. Παράλληλα, αποτελεί προειδοποίηση για τις αγορές και τους επενδυτές.

Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές, η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται μόνο από τον όγκο, αλλά και από τις σωστές τιμές, την ποιότητα και την ευελιξία. Σε μια περίοδο που ο ανταγωνισμός στην Ανατολική Μεσόγειο σκληραίνει, αυτά τα στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν καθοριστικό πλεονέκτημα.