Τη διατήρηση των χαμηλών συντελεστών φορολόγησης των ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων πάσης μορφής, καθώς και αυτών που τελούν υπό το καθεστώς του sale and lease back στο 0,33 %, ζήτησε το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο από το υπουργείο Οικονομικών ενόψει της διαμόρφωσης του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας.
Η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, όπως τονίζεται στην επιστολή, λάμβανε πάντοτε υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ξενοδοχείων και γι’ αυτό το λόγο υπήγαγε τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα των ξενοδοχείων σε μειωμένους συντελεστές φορολόγησης με τελευταία ρύθμιση στο άρθρο 35 του Ν.3842/2010, σύμφωνα με το οποίο η αξία τους φορολογείται με συντελεστή 0,33 % και για τα ακίνητα αυτά δεν έχει εφαρμογή το ελάχιστο όριο του ενός ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Ενόψει του συνολικού επανασχεδιασμού του θεσμικού πλαισίου φορολόγησης των ακινήτων, το ΞΕΕ θέτει υπόψη του υπουργείου μια σειρά από λόγους, που τεκμηριώνουν, όπως επισημαίνει, την πάγια θέση του, αλλά και διαχρονικά του ίδιου του υπουργείου Οικονομικών σχετικά με τη διατήρηση των χαμηλών συντελεστών φορολόγησης των ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων πάσης μορφής, καθώς και αυτών που τελούν υπό το καθεστώς του sale and lease back στο 0,33 %. Οι λόγοι:
– Οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω των εγκαταστάσεών τους, που είναι το παραγόμενο προϊόν τους, δηλαδή πωλούν διαμονή σε συνδυασμό με εστίαση και μια σειρά από υπηρεσίες συνεδρίων, άθλησης, spa, αναψυχής, ανάλογα με την έκταση των χώρων που διαθέτουν, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας τους να συνιστά στην ουσία φορολόγηση της ίδιας της παραγωγής τους.
– Η συντριπτική πλειονότητα των ξενοδοχειακών ακινήτων, σε σχέση με άλλες παραγωγικές χρήσεις όπως η βιομηχανία, είναι εγκατεστημένη σε περιοχές όπου ισχύουν υψηλές αντικειμενικές αξίες ή σε περιοχές με υψηλό συντελεστή εμπορικότητας, οπότε η φορολογική μεταχείρισή τους πρέπει να συνεκτιμά και αυτό το γεγονός, αφού, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, κάθε φορολογική επιβάρυνση στο ξενοδοχειακό ακίνητο καθίσταται πραγματικά δυσβάστακτη και ανεπίδεκτη απορρόφησης.
– Τα ξενοδοχειακά ακίνητα, λόγω της κατασκευής τους με τις ειδικές τεχνικές προδιαγραφές των ξενοδοχείων ακολουθούν τους κανόνες ανάπτυξης των χώρων τους με βάση αυτές τις προδιαγραφές και μάλιστα δεν επιτρέπεται ούτε να μεταβάλουν χρήση ούτε να τεμαχιστούν για να χρησιμοποιηθούν παράλληλα για άλλη δραστηριότητα πλην της ξενοδοχειακής. Αυτή η αυστηρή νομοθετική οριοθέτηση της λειτουργίας του ξενοδοχειακού ακινήτου από τον Ε.Ο.Τ. πρέπει υποχρεωτικά να τυγχάνει αντίστοιχης ευνοϊκής φορολογικής αντιμετώπισης από το Υπουργείο Οικονομικών, ώστε να εξασφαλίζεται η ενότητα της Πολιτείας απέναντι στο διοικούμενο.
– Το μεγαλύτερο ποσοστό της επιφάνειας μιας ξενοδοχειακής επιχείρησης αφορά κοινόχρηστους χώρους, συνεδριακές αίθουσες, γυμναστήρια και γενικά δραστηριότητες ζημιογόνες ή γενικά δραστηριότητες που δεν παράγουν κερδοφόρα έσοδα, αλλά απλά λειτουργούν υποστηρικτικά στις κύριες εγκαταστάσεις μια μονάδας, συνεισφέροντας αποκλειστικά την αναβάθμιση του παρεχομένου τουριστικού προϊόντος.
– Η υψηλή φορολόγηση του ξενοδοχειακού προϊόντος είτε επιρρίπτεται επί του ακινήτου είτε επί της παραγωγής έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι πλήττει καίρια την ανταγωνιστικότητά του, διότι η τιμή του ξενοδοχειακού προϊόντος λόγω της έντονης παγκοσμιοποίησής του διαμορφώνεται με χρηματιστηριακούς όρους. Κατά συνέπεια, η αύξηση του λειτουργικού κόστους μέσω της φορολογίας να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση της ανταγωνιστικότητας, συρρίκνωση των εσόδων της επιχείρησης και κατ’ επέκταση μείωση των εσόδων του κράτους.
– Οι συνθήκες που έχει δημιουργήσει η οικονομική κρίση στη χώρα μας επιβάλλουν, αν μη τι άλλο, συνετή και εγκρατή φορολογική πολιτική σε επιχειρήσεις, όπως οι ξενοδοχειακές, που στηρίζουν άμεσα και έμμεσα 1 εκατομμύριο θέσεις απασχόλησης και δημιουργούν ζήτηση σε όλους τους υπόλοιπους κλάδους της εθνικής οικονομίας.
Τέλος, υπογραμμίζεται στην επιστολή, μετά και την υπέρμετρη επιβάρυνση των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων με το ΕΕΤΗΔΕ, σε αντίθεση με άλλους κλάδους της εθνικής οικονομίας που έχουν εξαιρεθεί ως εξαγωγικής κατεύθυνσης τομείς (;), ο ξενοδοχειακός κλάδος έχει ήδη αγγίξει τα όρια των χρηματοοικονομικών αντοχών του και είναι αυτονόητο ότι θα επιτείνει τα προβλήματα της οικονομίας μας, παρά την όποια πρόσκαιρη ανακούφιση αποφέρει στα δημόσια οικονομικά μεγέθη. Οι ισολογισμοί των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που δημοσιεύτηκαν μετά την 31/12/2011 εμφανίζουν το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται ο κλάδος.
Γιάννης Παπαδόπουλος












