Περισσότεροι από 6,37 εκατ. πολίτες της Τουρκίας ταξίδεψαν στο εξωτερικό κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, καταγράφοντας σημαντική αύξηση στις διεθνείς μετακινήσεις τους. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά νησιά παραμένουν ένας από τους δημοφιλέστερους προορισμούς για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, καθώς ο συνδυασμός της μικρής απόστασης, της εύκολης πρόσβασης, της βίζας στην πύλη και, κυρίως, της σχέσης τιμής και ποιότητας φαίνεται να λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τουρκικής Στατιστικής Υπηρεσίας (TÜİK), οι έξοδοι Τούρκων πολιτών από τη χώρα αυξήθηκαν κατά 13,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026, φτάνοντας τα 2,94 εκατομμύρια. Το δεύτερο τρίμηνο καταγράφηκε ακόμη μεγαλύτερη άνοδος, 16,5%, με 3,43 εκατομμύρια αναχωρήσεις. Συνολικά, στο πρώτο εξάμηνο του έτους οι ταξιδιώτες έφτασαν τα 6,37 εκατομμύρια, έναντι της ήδη αυξημένης τουριστικής εξόδου που είχε καταγραφεί το 2025.

Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Αντίθετα, οι Τούρκοι ταξιδιώτες φαίνεται να αναζητούν όλο και περισσότερο προορισμούς όπου μπορούν να ταξιδέψουν χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες έκδοσης βίζας. Τα Βαλκάνια και η Άπω Ανατολή κερδίζουν έδαφος, ενώ ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση καταγράφεται σε μακρινούς προορισμούς όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.

Η Ελλάδα παραμένει σταθερή επιλογή

Παρά τη στροφή προς νέους προορισμούς, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται ψηλά στις προτιμήσεις των Τούρκων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για καλοκαιρινές διακοπές. Τα ελληνικά νησιά, και κυρίως εκείνα που βρίσκονται απέναντι από τις τουρκικές ακτές, προσφέρουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα: είναι κοντά, εύκολα προσβάσιμα και μπορούν να αποτελέσουν ακόμη και επιλογή για ένα σύντομο ταξίδι λίγων ημερών.

Η μικρή απόσταση παίζει καθοριστικό ρόλο. Από λιμάνια όπως το Τσεσμέ, το Αϊβαλί, το Μπόντρουμ, η Μαρμαρίδα και το Φετιγιέ, οι ταξιδιώτες μπορούν να φτάσουν σε ελληνικά νησιά μέσα σε λίγες ώρες ή ακόμη και σε περίπου μισή ώρα, ανάλογα με το δρομολόγιο.

Έτσι, για πολλούς Τούρκους η μετάβαση στα ελληνικά νησιά δεν μοιάζει με ένα μακρινό ταξίδι στο εξωτερικό, αλλά περισσότερο με μια εύκολη «απέναντι» απόδραση.

Ενδεικτικά, τα εισιτήρια μετ’ επιστροφής σε ορισμένες γραμμές έχουν διαμορφωθεί περίπου στα 50 ευρώ για Τσεσμέ–Χίο, στα 45 ευρώ για Αϊβαλί–Λέσβο, στα 48 ευρώ για Μπόντρουμ–Κω, στα 95 ευρώ για Μαρμαρίδα–Ρόδο και στα 85 ευρώ για Φετιγιέ–Ρόδο.

Η βίζα στην πύλη έδωσε νέα ώθηση

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που ενίσχυσαν την τουριστική κίνηση προς τα ελληνικά νησιά ήταν το ειδικό καθεστώς βίζας στην πύλη, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή το 2024 για συγκεκριμένα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Η δυνατότητα αυτή έδωσε σε πολλούς Τούρκους ταξιδιώτες μια ευκολότερη εναλλακτική απέναντι στις χρονοβόρες διαδικασίες για την έκδοση βίζας Σένγκεν. Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία το 2026, καθώς οι καθυστερήσεις στις αιτήσεις για ευρωπαϊκές θεωρήσεις επηρεάζουν τις επιλογές των ταξιδιωτών.

Τα τουρκικά τουριστικά γραφεία αναφέρουν ότι περίπου το 60% των συνολικών πωλήσεών τους αφορά πλέον προορισμούς χωρίς υποχρέωση βίζας, ενώ οι προορισμοί που απαιτούν βίζα αντιστοιχούν στο υπόλοιπο 40%.

Σύμφωνα με τους ίδιους παράγοντες, τα Βαλκάνια συγκεντρώνουν περίπου το 20% των πωλήσεων, ενώ η Ελλάδα παραμένει κορυφαία επιλογή για διακοπές στη θάλασσα. Την ίδια ώρα, η Ιταλία εξακολουθεί να ηγείται μεταξύ των προορισμών που απαιτούν βίζα, με μερίδιο περίπου 12%.

Οι τιμές στην Τουρκία στρέφουν τους ταξιδιώτες προς την Ελλάδα

Πέρα από τη βίζα, όμως, υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας που φαίνεται να καθορίζει ολοένα περισσότερο τις αποφάσεις των Τούρκων: το κόστος.

Οι αυξήσεις στις τιμές των τουριστικών περιοχών της Τουρκίας έχουν κάνει αρκετούς ταξιδιώτες να συγκρίνουν το κόστος των διακοπών τους με αυτό σε γειτονικούς προορισμούς. Η αύξηση στις τιμές των τροφίμων, της ενέργειας, των ενοικίων και του προσωπικού έχει αυξήσει το λειτουργικό κόστος των τουριστικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα μέρος του να μετακυλίεται στον καταναλωτή.

Έτσι, η Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί σε όλες τις περιπτώσεις φθηνό προορισμό, εμφανίζεται για ορισμένους Τούρκους ταξιδιώτες ως πιο ανταγωνιστική επιλογή όταν εξετάζεται συνολικά η σχέση ποιότητας και τιμής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που παρουσιάζεται σε άρθρο του Ντενίζ Ζεϊρέκ στην τουρκική εφημερίδα «Nefes», είναι η σύγκριση καθημερινών εξόδων. Ένας καφές στο Μπόντρουμ μπορεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, να κοστίζει περίπου 300 τουρκικές λίρες, δηλαδή γύρω στα 5,5 ευρώ, ενώ σε ελληνικό νησί μπορεί να βρεθεί περίπου στα 3 ευρώ. Αντίστοιχες διαφορές αναφέρονται και σε άλλες υπηρεσίες, όπως το φαγητό και τα ποτά.

Η Σάμος ως χαρακτηριστικό παράδειγμα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσωπική εμπειρία που περιγράφεται στο ίδιο τουρκικό δημοσίευμα από ένα ταξίδι στη Σάμο.

Ο αρθρογράφος αναφέρει ότι ταξίδεψε στο νησί με φίλους και έμεινε για τρεις νύχτες σε μικρό ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα. Για ένα δίκλινο δωμάτιο πλήρωσαν περίπου 17.000 τουρκικές λίρες, ενώ για δέκα γεύματα δύο ατόμων μέσα σε τέσσερις ημέρες δαπάνησαν περίπου 16.000 λίρες. Με τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια και τα υπόλοιπα έξοδα, το συνολικό κόστος έφτασε περίπου τις 43.000 λίρες.

Η σύγκριση με τις διακοπές ενός φίλου του στη Μαρμαρίδα ήταν, όπως σημειώνει, εντυπωσιακή. Για τρεις νύχτες σε ξενοδοχείο all inclusive ο φίλος του πλήρωσε περίπου 70.000 λίρες και, μαζί με τη μετακίνηση από την Άγκυρα, το συνολικό κόστος ξεπέρασε τις 80.000 λίρες.

Η εμπειρία αυτή αποτυπώνει έναν ευρύτερο προβληματισμό που φαίνεται να υπάρχει στην τουρκική αγορά: ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι διακοπές στην Ελλάδα δεν είναι πλέον ακριβότερες από τις αντίστοιχες στην Τουρκία και μπορεί να προσφέρουν καλύτερη σχέση ποιότητας και κόστους.

Πάνω από 1,5 εκατομμύριο Τούρκοι στα ελληνικά νησιά

Η τάση έχει ήδη αποτυπωθεί και στους αριθμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται σε τουρκικά δημοσιεύματα, περίπου 1,5 εκατομμύριο Τούρκοι ταξίδεψαν στα ελληνικά νησιά το 2025, ενώ οι συνολικές αφίξεις τους υπολογίστηκαν σε περίπου 2,6 εκατομμύρια, καθώς αρκετοί επισκέφθηκαν την Ελλάδα περισσότερες από μία φορές.

Παράλληλα, περίπου 1,1 εκατομμύριο Τούρκοι φέρεται να έλαβαν βίζα στην πύλη κατά τη διάρκεια του 2025. Οι δαπάνες των Τούρκων επισκεπτών μόνο στα ελληνικά νησιά εκτιμώνται σε περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ.

Για το 2026 οι ενδείξεις παραπέμπουν σε περαιτέρω άνοδο, καθώς η ζήτηση για ακτοπλοϊκά δρομολόγια προς τα ελληνικά νησιά παραμένει ισχυρή.

Ασία και Βαλκάνια κερδίζουν έδαφος

Η ελληνική περίπτωση εντάσσεται, πάντως, σε μια ευρύτερη αλλαγή στις ταξιδιωτικές συνήθειες των Τούρκων.

Η Ιαπωνία καταγράφει αύξηση περίπου 70% στις πωλήσεις σε σχέση με πέρυσι, ενώ η Νότια Κορέα εμφανίζει άνοδο 50%. Οι κρατήσεις για Μαλδίβες και Ζανζιβάρη αυξήθηκαν περίπου 25%.

Οι τουριστικοί πράκτορες αποδίδουν την άνοδο της Ασίας όχι μόνο στην επιθυμία για νέες εμπειρίες αλλά και στη σχέση τιμής και ποιότητας. Ενδεικτικά, τα πακέτα έξι διανυκτερεύσεων ανά άτομο ξεκινούν περίπου από 130.000 τουρκικές λίρες για την Ιαπωνία, 102.000 λίρες για τη Νότια Κορέα, 70.000 λίρες για τη Σρι Λάνκα και 48.000 λίρες για την Μπανγκόκ.

Την ίδια στιγμή, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι περιφερειακές συγκρούσεις έχουν ενισχύσει το ενδιαφέρον για τα Βαλκάνια και την Άπω Ανατολή, ενώ οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες Σένγκεν ωθούν αρκετούς ταξιδιώτες σε προορισμούς με απλούστερες διαδικασίες εισόδου.

Η Ελλάδα κερδίζει από τη συγκυρία

Η αυξημένη τουριστική κίνηση προς την Ελλάδα δεν οφείλεται επομένως σε έναν μόνο παράγοντα. Η γεωγραφική εγγύτητα, οι συχνές ακτοπλοϊκές συνδέσεις, η δυνατότητα βίζας στην πύλη, η εικόνα των ελληνικών νησιών και η σύγκριση των τιμών με αυτές των τουρκικών τουριστικών προορισμών δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον.

Η Ελλάδα φαίνεται να επωφελείται και από μια αλλαγή στη νοοτροπία των Τούρκων ταξιδιωτών. Η επιλογή των διακοπών δεν καθορίζεται πλέον μόνο από το αν ένας προορισμός είναι δημοφιλής, αλλά όλο και περισσότερο από το πόσο εύκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί το ταξίδι και τι προσφέρει ο ταξιδιώτης για τα χρήματα που διαθέτει.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα ελληνικά νησιά έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα: βρίσκονται κυριολεκτικά απέναντι από μια τεράστια αγορά εκατομμυρίων ανθρώπων.

Και όσο οι τιμές στην Τουρκία αυξάνονται, οι διαδικασίες για τη Σένγκεν παραμένουν δύσκολες και οι ταξιδιώτες αναζητούν καλύτερη σχέση ποιότητας και τιμής, το Αιγαίο φαίνεται πως λειτουργεί όλο και περισσότερο όχι ως σύνορο, αλλά ως γέφυρα ανάμεσα στις δύο πλευρές.