του Χάρη Ντιγριντάκη

Με σηματωρό την πολυτέλεια εγχαράσσει τη νέα διαδρομή του ο ελληνικός τουρισμός. Με 68 νέα ξενοδοχεία ενταγμένα στα άρμα των δύο υψηλότερων κατηγοριών, εκείνων των 4 και 5 αστέρων, ενισχύθηκε το ανάγλυφο του εγχώριου ξενοδοχειακού δυναμικού το 2025 έναντι του 2024, επιβεβαιώνοντας με τον πλέον σαφή τρόπο τη σταθερή αναβάθμιση του ελληνικού ξενοδοχειακού προϊόντος, δεδομένου ότι ο αριθμός των μονάδων που κατατάσσονται στις τρεις χαμηλότερες κατηγορίες περιορίστηκε σταδιακά για μία ακόμη χρονιά.

Η τάση αυτή αποτυπώνει τη στρατηγική στροφή της αγοράς προς καταλύματα υψηλότερων προδιαγραφών, τα οποία μπορούν να καλύψουν τις αυξημένες απαιτήσεις των σύγχρονων ταξιδιωτών, αλλά και να ενισχύσουν τα έσοδα του τουριστικού κλάδου μέσω παροχής υπηρεσιών μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας.

Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των ξενοδοχείων που ανήκουν στις χαμηλότερες κατηγορίες περιορίστηκε για ακόμη μία χρονιά, στοιχείο που αναδεικνύει τη σταδιακή μεταβολή της σύνθεσης του ξενοδοχειακού δυναμικού της χώρας.

Αντίστοιχα, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθός τους, αυξήθηκαν σε ετήσια βάση τα μικρά ξενοδοχεία δυναμικότητας 21 έως 50 δωματίων, τα μεσαία με 51 έως 100 δωμάτια, αλλά και οι μεγάλες μονάδες με περισσότερα από 100 δωμάτια. Στον αντίποδα, υποχώρησαν τα οικογενειακά ξενοδοχεία πολύ μικρής κλίμακας, δηλαδή εκείνα που διαθέτουν από 1 έως 20 δωμάτια. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αγορά ευνοεί πλέον  μονάδες με μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία, περισσότερες υποδομές και δυνατότητα παροχής ολοκληρωμένων υπηρεσιών φιλοξενίας.

Τι δείχνουν τα στοιχεία

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, τα οποία επεξεργάστηκε το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), ο αριθμός των ξενοδοχείων 4 και 5 αστέρων αυξήθηκε κατά 68 το 2025 έναντι του 2024, ενώ στον αντίποδα, ο αριθμός των μονάδων με 1, 2 και 3 αστέρια μειώθηκε κατά 54 σε απόλυτα μεγέθη, επιβεβαιώνοντας στην το γεγονός ότι ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις επιλέγουν είτε να επενδύσουν σε ανώτερες κατηγορίες είτε να δημιουργήσουν νέα καταλύματα με υψηλότερες τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές.

Πιο αναλυτικά, η συνολική αύξηση του αριθμού των ξενοδοχειακών μονάδων το 2025 ήταν οριακή, στο συν 0,1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ο συνολικός αριθμός των ξενοδοχείων ανήλθε σε 10.118 από 10.104 το 2024, δηλαδή αυξήθηκε μόλις κατά 14 μονάδες.

Ανοδικά κινήθηκε και ο αριθμός των κλινών, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 0,8%. Συγκεκριμένα, οι διαθέσιμες κλίνες ανήλθαν σε 902 χιλιάδες το 2025 από 894 χιλιάδες το 2024, δηλαδή προστέθηκαν σχεδόν 7,5 χιλιάδες νέες κλίνες. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι δεν αυξάνονται μόνο οι μονάδες, αλλά και η δυναμικότητα του κλάδου, κυρίως μέσω μεγαλύτερων και πιο σύγχρονων ξενοδοχειακών επενδύσεων.

Σε επίπεδο κατηγοριών, η μεγαλύτερη άνοδος καταγράφηκε στα ξενοδοχεία 5 αστέρων, τα οποία συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό μοχλό αναβάθμισης του κλάδου. Ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 4% σε ετήσια βάση, από 835 μονάδες το 2024 σε 869 το 2025. Η αύξηση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς τα 5άστερα ξενοδοχεία συνδέονται με υψηλότερες δαπάνες ανά επισκέπτη, ενίσχυση της απασχόλησης και μεγαλύτερη συμβολή στα τουριστικά έσοδα. Παράλληλα, ενισχύουν την εικόνα της Ελλάδας ως προορισμού πολυτελείας και υψηλού επιπέδου φιλοξενίας.

Θετική ήταν και η πορεία των ξενοδοχείων 4 αστέρων, τα οποία αυξήθηκαν κατά 1,85%, φτάνοντας τις 1.932 μονάδες από 1.898 το 2024. Η συγκεκριμένη κατηγορία θεωρείται κομβική για την ελληνική αγορά, καθώς απευθύνεται σε ευρύ φάσμα επισκεπτών που αναζητούν ποιοτικές υπηρεσίες σε πιο ανταγωνιστικό κόστος σε σχέση με τα 5άστερα καταλύματα. Τα 4άστερα ξενοδοχεία αποτελούν βασικό πυλώνα για τον οικογενειακό τουρισμό, τα οργανωμένα πακέτα διακοπών, αλλά και την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.

Στον αντίποδα, οι επιχειρήσεις που κατατάσσονται στις τρεις χαμηλότερες κατηγορίες μειώθηκαν συνολικά κατά 54 μονάδες. Η μεγαλύτερη μείωση σε απόλυτους αριθμούς σημειώθηκε στα ξενοδοχεία 2 αστέρων, τα οποία παραμένουν και η πολυπληθέστερη κατηγορία. Ο αριθμός τους περιορίστηκε κατά 36 μονάδες, που αντιστοιχεί σε πτώση 1,1% σε ετήσια βάση.

Την υψηλότερη ποσοστιαία μείωση κατέγραψαν τα ξενοδοχεία 1 αστέρα, με πτώση 1,4%, καθώς από 1.147 μονάδες το 2024 μειώθηκαν σε 1.131 το 2025. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μικρότερες και χαμηλότερης κατηγορίας επιχειρήσεις, τόσο λόγω αυξημένου λειτουργικού κόστους όσο και λόγω της ανάγκης για επενδύσεις εκσυγχρονισμού.

Περιορισμένη ήταν η διαφοροποίηση στα ξενοδοχεία 3 αστέρων, τα οποία μειώθηκαν μόλις κατά δύο μονάδες, από 2.973 το 2024 σε 2.971 το 2025. Η σχετική σταθερότητα της κατηγορίας δείχνει ότι εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή παρουσία στην αγορά, καλύπτοντας μεσαίες κατηγορίες ζήτησης.

Ανά περιφέρεια

Σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική κατανομή, τα περισσότερα ξενοδοχεία καταγράφονται στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου. Στα νησιά των Δωδεκανήσων και των Κυκλάδων λειτουργούν συνολικά 2.309 μονάδες, εκ των οποίων οι 325 ανήκουν στην υψηλότερη κατηγορία. Μάλιστα, στην ίδια περιφέρεια εντοπίζεται και ο μεγαλύτερος αριθμός 5άστερων ξενοδοχείων, γεγονός που επιβεβαιώνει τη θέση της ως κορυφαίου τουριστικού προορισμού.

Δεύτερη στην κατάταξη είναι η Κρήτη, με 1.653 ξενοδοχεία συνολικά και 186 μονάδες 5 αστέρων, ενώ την πρώτη τριάδα συμπληρώνει η Κεντρική Μακεδονία με 1.115 ξενοδοχεία. Σε επίπεδο πολυτελών καταλυμάτων, τρίτη βρέθηκε η περιφέρεια Ιονίων Νήσων με 90 μονάδες 5 αστέρων.

Τα μεγέθη

Σε ό,τι αφορά το μέγεθος των ξενοδοχειακών μονάδων, η εικόνα του 2025 δείχνει ενίσχυση κυρίως στα μεγαλύτερα καταλύματα, γεγονός που συνδέεται με τη στροφή της αγοράς προς επιχειρήσεις με αυξημένη δυναμικότητα και περισσότερες δυνατότητες παροχής υπηρεσιών. Τα μεσαίου μεγέθους ξενοδοχεία, δηλαδή όσα διαθέτουν από 51 έως 100 δωμάτια, ανήλθαν σε 1.271 μονάδες το 2025, έναντι 1.265 το 2024, σημειώνοντας οριακή αλλά θετική αύξηση 0,5% σε ετήσια βάση.

Αντίστοιχα, ανοδικά κινήθηκαν και τα μεγάλα ξενοδοχεία, δυναμικότητας άνω των 100 δωματίων, τα οποία αυξήθηκαν σε 883 μονάδες από 878 έναν χρόνο νωρίτερα. Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί σε άνοδο 0,6% και επιβεβαιώνει το αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον για μονάδες μεγαλύτερης κλίμακας, που μπορούν να εξυπηρετήσουν υψηλότερους όγκους επισκεπτών και να στηρίξουν πιο σύνθετες τουριστικές υπηρεσίες.

Θετική ήταν και η πορεία των μικρών ξενοδοχείων, δυναμικότητας από 21 έως 50 δωμάτια, τα οποία έφτασαν τις 3.869 μονάδες από 3.853 το 2024, καταγράφοντας αύξηση 0,4%. Η συγκεκριμένη κατηγορία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό τμήμα της ελληνικής φιλοξενίας, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και περιφερειακές περιοχές, όπου κυριαρχούν πιο ευέλικτες επιχειρήσεις μικρότερης κλίμακας.

Στον αντίποδα, υποχώρησαν οι πολύ μικρές μονάδες, οι οποίες παραμένουν αριθμητικά οι περισσότερες στην αγορά. Τα οικογενειακά ξενοδοχεία με 1 έως 20 δωμάτια μειώθηκαν σε 4.094 το 2025, από 4.108 το προηγούμενο έτος, σημειώνοντας οριακή πτώση 0,3%. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρές επιχειρήσεις, τόσο από το αυξημένο λειτουργικό κόστος όσο και από την ανάγκη εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης των υποδομών τους.