Νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αμφισβητεί τεκμηριωμένα το αφήγημα της «οικονομίας του καφέ», αναδεικνύοντας ότι την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα μετακινείται σταδιακά προς ένα πιο εξωστρεφές παραγωγικό υπόδειγμα, με ενίσχυση εξαγωγών, μεταποίησης και διεθνούς ανταγωνιστικότητας, παράλληλα με την ισχυρή πορεία του τουρισμού.
Η δημόσια συζήτηση των τελευταίων ετών συχνά εγκλωβίζεται στο στερεότυπο μιας οικονομίας που βασίζεται μονομερώς στον τουρισμό και στην εστίαση, αδυνατώντας να παράγει διεθνώς ανταγωνιστικά αγαθά και να αυξήσει διατηρήσιμα την παραγωγικότητά της.
Η μελέτη «Η ελληνική οικονομία χωρίς στερεότυπα: παραγωγικό υπόδειγμα και τουρισμός» επιχειρεί να επανεξετάσει αυτή την εικόνα μέσα από μακροοικονομικά δεδομένα και δείκτες διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Εξαγωγές και μεταποίηση σε ανοδική τροχιά
Σύμφωνα με τη μελέτη, μετά το 2015 οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό +7,8%, ταχύτερα από τις τουριστικές εισπράξεις (+4,8%) και από το ΑΕΠ (+3,4%). Σε ορίζοντα 2009–2024, οι εξαγωγές αγαθών καταγράφουν μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου +7%, υπερβαίνοντας όχι μόνο την επίδοση των τουριστικών εσόδων (+5%), αλλά και εκείνη μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Παράλληλα, η μεταποιητική παραγωγή αυξήθηκε την περίοδο 2013–2024 με ρυθμό περίπου +3%, υψηλότερο από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (+2,7%). Η απασχόληση στη μεταποίηση ενισχύθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό +2,3%, διπλάσιο από τη συνολική απασχόληση (+1,1%), ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό, μεταφορικό και τεχνολογικό εξοπλισμό αυξήθηκαν με ρυθμό +8,8%.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον αγροδιατροφικό τομέα, όπου το εξωτερικό ισοζύγιο μετατράπηκε από έλλειμμα €3 δισ. το 2008 σε πλεόνασμα €460 εκατ. το 2023, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, ένδειξη βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα
Η μελέτη επισημαίνει τη σημαντική βελτίωση της Πραγματικής Σταθμισμένης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας του ευρώ για την Ελλάδα, με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (REER-ULC), η οποία εμφανίζεται μειωμένη κατά -32,9% σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2009.
Σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα, η ανάλυση υποστηρίζει ότι οι συγκρίσεις με την περίοδο της κρίσης παραμορφώνουν την εικόνα. Σε φάσεις σχετικής κανονικότητας, η παραγωγικότητα αυξάνεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς: +1,23% ετησίως την περίοδο 2017–2019 και +1,9% την περίοδο 2021–2025, παράλληλα με σημαντική αύξηση της απασχόλησης.
Απασχόληση και τουρισμός: τα πραγματικά μεγέθη
Η ανάπτυξη του τουρισμού συνέβαλε ουσιαστικά στη μείωση της ανεργίας μετά το 2013. Ωστόσο, οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης δημιούργησαν περίπου το 19% των νέων θέσεων εργασίας, ποσοστό σημαντικό αλλά σαφώς χαμηλότερο από το «σχεδόν οι μισές θέσεις» που συχνά αναφέρεται στον δημόσιο διάλογο.
Η μελέτη τονίζει ότι η ανάπτυξη του τουρισμού δεν πραγματοποιήθηκε εις βάρος της μεταποίησης ή της διεθνώς ανταγωνιστικής γεωργίας. Οι τομείς αυτοί αναπτύχθηκαν παράλληλα, στοιχείο που αμφισβητεί το αφήγημα της μονοδιάστατης εξάρτησης.
Το εμπορικό ισοζύγιο και η μακροοικονομική διάσταση
Σε ό,τι αφορά το εμπορικό έλλειμμα, η ανάλυση επισημαίνει ότι δεν μπορεί να ερμηνεύεται αυτόματα ως ένδειξη «παραγωγικής αποτυχίας», καθώς συνδέεται λογιστικά με τα πλεονάσματα στο ισοζύγιο υπηρεσιών και στον λογαριασμό κεφαλαίων. Η διεύρυνση των εισαγωγών τα τελευταία χρόνια συνδέεται με την αύξηση των καθαρών εισροών και των πλεονασμάτων στα εξωτερικά ισοζύγια υπηρεσιών και κεφαλαίων.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η εξωτερική θέση της χώρας σήμερα δεν στηρίζεται σε εκτεταμένο δημόσιο δανεισμό, αλλά σε διεθνώς εμπορεύσιμες υπηρεσίες και εισροές κεφαλαίων, ενώ θέτει ως στόχο τη σταδιακή εναρμόνιση με τις χώρες της ΕΕ-20 μέσω ουσιαστικού περιορισμού της εκρηκτικής αύξησης των εισαγωγών και διατήρησης επαρκούς δημόσιας αποταμίευσης.
«Όχι στερεότυπα, αλλά ακριβής διάγνωση»
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, κ. Ηλίας Κικίλιας, σχολιάζοντας τα ευρήματα, υπογράμμισε ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε αρχικό στάδιο σημαντικής αναδιάρθρωσης, ενώ εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές αδυναμίες και δυσλειτουργίες. Όπως τόνισε, η αντιμετώπισή τους προϋποθέτει ακριβή διάγνωση και όχι στερεότυπα.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο τουρισμός δεν συνιστά δομική αδυναμία, αλλά συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας. Η περαιτέρω αναβάθμισή του μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τη μεταποίηση και τη διεθνώς ανταγωνιστική γεωργία, ενισχύοντας τη συνολική παραγωγικότητα και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η πρόκληση δεν είναι η «απόδραση» από μια ανύπαρκτη «οικονομία του καφέ», αλλά η κεφαλαιοποίηση των πραγματικών επιτευγμάτων της τελευταίας δεκαετίας και η ρεαλιστική αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων, ώστε ο δημόσιος διάλογος να στηρίζεται σε τεκμηρίωση και όχι σε απλουστευτικές αφηγήσεις.

























