
Αυξημένο έως και 9,3% εμφανίζεται φέτος το κόστος για το πασχαλινό τραπέζι, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ, με τις τιμές να επιβαρύνουν περαιτέρω τα νοικοκυριά σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας.
Ανοδικά κινούνται και το 2026 οι τιμές των προϊόντων για το πασχαλινό τραπέζι, με το συνολικό κόστος για ένα τραπέζι 4 έως 6 ατόμων να διαμορφώνεται από 107,20 έως 156,20 ευρώ, σύμφωνα με εκτίμηση του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών της ΕΣΕΕ (ΙΝΕΜΥ).
Η καταγραφή των τιμών πραγματοποιήθηκε το διάστημα 3 έως 6 Απριλίου, μέσα από επιτόπια τιμοληψία και συνεντεύξεις σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ, εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων, όπως κρεοπωλεία και ζαχαροπλαστεία, αλλά και στη Βαρβάκειο αγορά.
Σε σύγκριση με το 2025, το ίδιο «καλάθι» προϊόντων εμφανίζεται ακριβότερο κατά 7,8% έως 9,3%, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών. Το εύρος των τιμών σχετίζεται με διαφοροποιήσεις στην ποιότητα των προϊόντων, τις τοπικές αγορές και τον τύπο των καταστημάτων.
Όπως επισημαίνει το ΙΝΕΜΥ, οι τιμές που παρουσιάζονται είναι ενδεικτικές και αποσκοπούν στην αποτύπωση της γενικής εικόνας της αγοράς, χωρίς να αντικατοπτρίζουν πλήρως το σύνολο της επικράτειας.
Σύμφωνα με τον Διοικητικό Διευθυντή του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, κ. Χαράλαμπο Αράχωβα, η φετινή αύξηση των τιμών αποδίδεται σε μια σειρά παραγόντων που σχετίζονται τόσο με το διεθνές περιβάλλον όσο και με τις συνθήκες της αγοράς.
Όπως ανέφερε, η άνοδος του κόστους παραγωγής και μεταφοράς λόγω των αυξημένων τιμών ενέργειας, οι ασθένειες που επηρέασαν το ζωικό κεφάλαιο, αλλά και η χρονική εγγύτητα μεταξύ ορθόδοξου και καθολικού Πάσχα, που ενισχύει τη ζήτηση σε σύντομο χρονικό διάστημα, συνέβαλαν στην ανοδική πορεία των τιμών.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές στα σοκολατένια αυγά παρέμειναν περίπου στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, μετά την έντονη αύξηση που είχε καταγραφεί το 2025 λόγω της ανόδου των τιμών του κακάο.
Η γενικότερη εικόνα δείχνει ότι τα νοικοκυριά κατευθύνουν πλέον μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους στην κάλυψη βασικών αναγκών, περιορίζοντας τις αυθόρμητες αγορές. Παράλληλα, η παρατεταμένη γεωπολιτική αβεβαιότητα εξακολουθεί να επηρεάζει την καταναλωτική συμπεριφορά, χωρίς ωστόσο –μέχρι στιγμής– να καταγράφονται σημαντικές ανατιμήσεις πέραν των τροφίμων και των καυσίμων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για την εκτίμηση του κόστους χρησιμοποιήθηκαν μέσοι όροι τιμών ανά προϊόν, ενώ εξαιρέθηκαν τόσο οι ακραίες τιμές όσο και τα προϊόντα που διατίθενται σε καθεστώς προσφορών, ώστε να αποτυπωθεί μια πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της αγοράς.

























