Τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού στον τουρισμό αναδεικνύει η Eurobank ως έναν από τους παράγοντες που συντηρούν τις πληθωριστικές πιέσεις στις υπηρεσίες στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με την εβδομαδιαία ανάλυση «7 Ημέρες Οικονομία», οι δυσκολίες στελέχωσης των επιχειρήσεων αυξάνουν το λειτουργικό τους κόστος, το οποίο μεταφέρεται στις τελικές τιμές, την ώρα που ο πληθωρισμός έφτασε τον Σεπτέμβριο στο 5,1%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 3,5 ετών.

Ο τουρισμός συγκαταλέγεται στους κλάδους της ελληνικής οικονομίας που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν χρόνιες ελλείψεις προσωπικού, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια. Το ζήτημα της στελέχωσης δεν περιορίζεται πλέον στην κάλυψη των αναγκών των επιχειρήσεων, αλλά συνδέεται και με την εξέλιξη των τιμών στην αγορά υπηρεσιών.

Αυτό επισημαίνει η Eurobank Research στην ανάλυσή της με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 2026, εξετάζοντας τους παράγοντες που διατηρούν τον πληθωρισμό στην Ελλάδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με την τράπεζα, οι ανισορροπίες στην αγορά εργασίας αποτελούν έναν από τους βασικούς εσωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος των υπηρεσιών. Εκτός από τον τουρισμό, σημαντικές ελλείψεις εργαζομένων καταγράφονται στη μεταποίηση και στις κατασκευές, καθώς και σε ειδικότητες που καλύπτουν διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας.

Η δυσκολία εύρεσης προσωπικού αυξάνει το κόστος για τις επιχειρήσεις, με μέρος αυτής της επιβάρυνσης να μετακυλίεται στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών.

Οι υπηρεσίες στο επίκεντρο των πληθωριστικών πιέσεων

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εξέλιξη των τιμών στις υπηρεσίες, καθώς η συγκεκριμένη κατηγορία είχε τη μεγαλύτερη συμβολή στην άνοδο του πληθωρισμού κατά την περίοδο Μαρτίου–Σεπτεμβρίου 2026.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η Eurobank, το μέσο επίπεδο τιμών στην Ελλάδα ήταν αυξημένο κατά 4% το συγκεκριμένο επτάμηνο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Από τη συνολική αυτή αύξηση, περίπου το 55% προήλθε από τις υπηρεσίες, οι οποίες συνέβαλαν κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες.

Η ενέργεια είχε επίσης σημαντική επίδραση, με συμβολή 1,3 ποσοστιαίων μονάδων, ενώ μικρότερη ήταν η συνεισφορά των τροφίμων και των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία έως τον Αύγουστο, οι αυξήσεις στις τιμές των υπηρεσιών προέρχονται κυρίως από την κατηγορία της αναψυχής, στην οποία περιλαμβάνονται επίσης υπηρεσίες επισκευών και προσωπικής φροντίδας, και δευτερευόντως από τις υπηρεσίες στέγασης.

Η ανάλυση δεν προσδιορίζει ξεχωριστά το ποσοστό με το οποίο οι τουριστικές επιχειρήσεις συμβάλλουν στον πληθωρισμό των υπηρεσιών. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι χρόνιες ελλείψεις εργαζομένων στον τουρισμό αποτελούν μέρος των πιέσεων που επηρεάζουν το κόστος παροχής υπηρεσιών στην ελληνική οικονομία.

Στο 5,1% ο πληθωρισμός – Υψηλό 3,5 ετών

Την ίδια στιγμή, τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat καταγράφουν σημαντική επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ελλάδα.

Ο ετήσιος πληθωρισμός, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, διαμορφώθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο του 2026, έναντι 3,7% τον Αύγουστο.

Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση από τον Μάρτιο του 2023, ενώ στην Ευρωζώνη ο αντίστοιχος δείκτης έφτασε το 3,8%.

Σε μηνιαία βάση, οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 1,8%, έναντι 0,4% τον προηγούμενο μήνα, καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, μετά την Ιταλία.
Μέρος αυτής της μεταβολής αποδίδεται στην ολοκλήρωση των θερινών εκπτώσεων, καθώς οι τιμές επανήλθαν τον Σεπτέμβριο στα επίπεδα πριν από τις προσφορές.

Η ενέργεια αυξάνει το κόστος των επιχειρήσεων

Πέρα από τις ελλείψεις προσωπικού, οι επιχειρήσεις υπηρεσιών βρίσκονται αντιμέτωπες και με το αυξημένο ενεργειακό κόστος, το οποίο επηρεάζει τις δαπάνες παραγωγής, λειτουργίας και μεταφοράς.

Η Eurobank αποδίδει μεγάλο μέρος της επιτάχυνσης του πληθωρισμού από τον Μάρτιο του 2026 στις επιπτώσεις της σύγκρουσης στο Ιράν και στις διαταραχές των διεθνών ενεργειακών αγορών.

Ο ετήσιος πληθωρισμός στην ενέργεια έφτασε το 25,4% τον Σεπτέμβριο, από 15,4% τον Αύγουστο.
Κατά την περίοδο Μαρτίου–Σεπτεμβρίου 2026, η τιμή του πετρελαίου Brent στις ευρωπαϊκές αγορές ήταν αυξημένη κατά 39% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ η τιμή του φυσικού αερίου κατέγραψε αύξηση 54%.

Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο των τιμών ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 16,7% σε ετήσια βάση, έναντι 11,2% στην Ευρωζώνη.

Οι επιβαρύνσεις αυτές δεν περιορίζονται στον ενεργειακό τομέα. Μέσω του κόστους πρώτων υλών, παραγωγής και μεταφορών, μεταφέρονται σταδιακά και στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών.

Γιατί οι ανατιμήσεις στην Ελλάδα είναι υψηλότερες

Η Eurobank εντοπίζει και διαρθρωτικούς παράγοντες που καθιστούν την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη στις ανατιμήσεις.

Ένας από αυτούς είναι η ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, η οποία ενισχύει τη ζήτηση για αγαθά, υπηρεσίες και εργατικό δυναμικό.

Την περίοδο 2023–2025 η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με ετήσιο ρυθμό 2,1%, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2026 η ανάπτυξη διαμορφώθηκε στο 1,9%, έναντι 0,9% στην Ευρωζώνη.

Παράλληλα, η τράπεζα επισημαίνει ότι αρκετές ελληνικές αγορές χαρακτηρίζονται από μικρότερο βάθος και ασθενέστερο ανταγωνισμό, γεγονός που μπορεί να ενισχύει τις πιέσεις στις τελικές τιμές.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας. Το 2024 οι καθαρές εισαγωγές ενέργειας αντιστοιχούσαν στο 78% της συνολικής διαθέσιμης ενέργειας στην Ελλάδα, έναντι 57% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επιπλέον, το 61% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας προερχόταν από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ποσοστό υψηλότερο από το αντίστοιχο 59% της Ευρωζώνης.

Προειδοποίηση για νέες πληθωριστικές πιέσεις

Οι προοπτικές για τους επόμενους μήνες παραμένουν επιβαρυμένες, σύμφωνα με την Eurobank Research, καθώς η αβεβαιότητα στις διεθνείς ενεργειακές αγορές συμπίπτει με την έναρξη της χειμερινής περιόδου.

Η συνέχιση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία διατηρεί αυξημένο το κόστος και τους κινδύνους στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Παράλληλα, ο δομικός πληθωρισμός στην Ελλάδα επιταχύνθηκε στο 4,5% τον Σεπτέμβριο, από 2,7% τον Μάρτιο, εξέλιξη που υποδηλώνει ότι οι πιέσεις αρχίζουν να επεκτείνονται και πέρα από τις άμεσα επηρεαζόμενες κατηγορίες αγαθών.

Η Eurobank εκτιμά ότι οι ανατιμήσεις ενδέχεται να συνεχιστούν ή και να ενταθούν βραχυπρόθεσμα, με πρόσθετο παράγοντα τα αποτελέσματα βάσης του Οκτωβρίου.

Για τον τουρισμό και συνολικά τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, η ανάλυση αναδεικνύει τη σημασία δύο παράλληλων προκλήσεων: της αντιμετώπισης των χρόνιων ελλείψεων προσωπικού και της διαχείρισης του αυξημένου λειτουργικού κόστους, σε ένα περιβάλλον επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.