
Οι συζητήσεις του Hotel Experience 2026 έδωσαν απαντήσεις που περνούν από τη διαχείριση ενός προορισμού, την αρχιτεκτονική και τις επενδύσεις έως το φαγητό και την καθημερινή φροντίδα.
Η τοπικότητα χρειάζεται παραγωγούς που μπορούν να συνεχίσουν τη δουλειά τους, η ορεινή φιλοξενία κοινότητες που λειτουργούν όλο τον χρόνο και ο σχεδιασμός χώρο για το απρόβλεπτο.
Κρατάμε τις πιο χρήσιμες θέσεις, τα παραδείγματα και τις διαφωνίες των δύο ημερών, μαζί με τις προσκλήσεις για συνεργασίες που μπορούν να δώσουν συνέχεια στη συζήτηση.

Πάνω από 10.000 επισκέπτες, 75 συμμετέχοντες στο εκθεσιακό σκέλος, μεταξύ άλλων κορυφαίες εταιρείες υλικων αρχιτεκτονικών εφαρμογών, διακόσμησης και ξενοδοχειακού εξοπλισμού και 120 Έλληνες και διεθνείς ομιλητές συγκέντρωσε φέτος το Hotel Experience, ανοίγοντας μια συζήτηση για όσα αλλάζουν στη φιλοξενία και για όσα αξίζει να διατηρηθούν.
Αρχιτέκτονες, ξενοδόχοι, επενδυτές, δημιουργοί και άνθρωποι της γαστρονομίας μίλησαν για αποφάσεις που δοκιμάζονται καθημερινά, όπως στην επιλογή ενός ακινήτου, στη συνεργασία με έναν παραγωγό, στη σχέση με τη γειτονιά, στην υποδοχή του επισκέπτη.

Ακούστηκαν και συγκεκριμένα καλέσματα: προς τον ιδιωτικό τομέα, να αναζητήσει επενδυτικές ευκαιρίες στα ορεινά μέσα από συμμαχίες με τις τοπικές κοινωνίες· προς τα ξενοδοχεία, να προσφέρουν σταθερή αγορά στους παραγωγούς και δίκαιους όρους στους τεχνίτες· προς αρχιτέκτονες, developers και operators, να συμφωνούν από νωρίς τι εμπειρία θέλουν να δημιουργήσουν και πώς θα τη στηρίξουν στην πράξη. Η αξιοποίηση ενός παλιού κτιρίου, η πολιτιστική παραγωγή και το κοινό τραπέζι παρουσιάστηκαν ως αφορμές για συνεργασίες με διάρκεια.
Μερικές από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις αμφισβήτησαν γνώριμες βεβαιότητες. Η γρήγορη πώληση ενός ακινήτου δεν εξαντλεί την επιτυχία του έργου. Η ευεξία μπορεί να απαιτεί λιγότερες παροχές και περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Ένας προορισμός χρειάζεται να εξετάζει ποιοι ωφελούνται από την ανάπτυξή του, ενώ ένα ξενοδοχείο έχει λόγους να αφήνει τον επισκέπτη να συμμετέχει και να ανακαλύπτει, χωρίς να έχει προσχεδιάσει κάθε στιγμή του.
Στις συζητήσεις των δύο ημερών ακούστηκαν διαφορετικές απαντήσεις, συχνά με ενδιαφέρουσες αποκλίσεις. Στο άρθρο συγκεντρώνουμε τα βασικά συμπεράσματά τους, δίνοντας χώρο στα συγκεκριμένα περιστατικά και στις ιδέες που μπορούν να επηρεάσουν την επόμενη μελέτη, επένδυση ή συνεργασία.

«Για του χρόνου, πάλι εδώ»
Ένας δυσαρεστημένος επισκέπτης εξηγούσε στον γενικό διευθυντή πόσο λίγο του είχε αρέσει το ξενοδοχείο. Είχε, ωστόσο, ήδη κλείσει για την επόμενη χρονιά: τα παιδιά του είχαν περάσει καταπληκτικά, οι εργαζόμενοι θυμούνταν τα ονόματά τους και φρόντιζαν καθημερινά το παγωτό τους.
Ο Ανέστης Μιχαλούδης αφηγήθηκε το περιστατικό στο «The Invisible Difference», φωτίζοντας μια αξία που δύσκολα χωρά σε προδιαγραφές. Αυτή η προσωπική σχέση χρειάζεται εργαζομένους που παρατηρούν, αναλαμβάνουν πρωτοβουλία και υποστηρίζονται όταν το κάνουν.
Η συνέπεια ανάμεσα στην υπόσχεση και στην εμπειρία απασχόλησε και το «Destination, Experience, Expansion». Ο Νίκος Διαμαντόπουλος, γενικός διευθυντής της Marketing Greece, τόνισε ότι ένα μονοπάτι ή ένα μνημείο χρειάζεται πρόσβαση, πληροφόρηση και ασφάλεια. Αντίστοιχα, η επιμήκυνση της περιόδου προϋποθέτει μεταφορές, δραστηριότητες και τιμές ανάλογες της προσφοράς. Η προβολή δημιουργεί ζήτηση που κάποιος οφείλει να διαχειριστεί, παρακολουθώντας τις επιπτώσεις στους κατοίκους και στους πόρους.
Στο «Guardians of Place», η Κάλια Κωνσταντινίδου μίλησε για την ευθύνη του ξενοδόχου απέναντι στον τόπο και στους κατοίκους του. Παρουσίασε την πρωτοβουλία Φως της Empiria, με προγράμματα που συνδέουν τους επισκέπτες με τη γη, τους δημιουργούς και την καθημερινότητα των προορισμών της.
Το χωριό, τη Δευτέρα
Στο «The New Mountain Escape», οι διαδρομές των MANNA, Aristi Mountain Resort και Grand Forest Metsovo ανέδειξαν τις απαιτήσεις της λειτουργίας τεσσάρων εποχών. Το ξενοδοχείο χρειάζεται γύρω του ταβέρνες και μουσεία προσβάσιμα και μεσοβδόμαδα, εργαζομένους με αξιοπρεπή στέγαση και μια κοινότητα με σχολείο, γιατρό και προοπτική.
Τη συζήτηση συνέχισε ο Δημήτρης Κυριαζής, γραμματέας Ορεινών Περιοχών στην Προεδρία της Κυβέρνησης, παρουσιάζοντας την προετοιμασία μιας συμμαχίας για τα ορεινά και καλώντας τον ιδιωτικό τομέα να εξετάσει επενδυτικές ευκαιρίες μαζί με τις τοπικές κοινωνίες. Η αξιοποίηση ανενεργών κτιρίων μπορεί να δημιουργήσει ξενώνες και μικρές μονάδες. Μέτρο προόδου παραμένει η δυνατότητα των ανθρώπων να μείνουν στον τόπο τους.

Από τη γη στο τραπέζι
Στο «The Supply Chain of Authenticity», η Ήβη Νανοπούλου, ο Ξενοφών Κάππας και ο Αλέξης Κατσαρός έδωσαν πρόσωπα στην τοπικότητα. Το τοπίο που φωτογραφίζει ο ταξιδιώτης έχει διαμορφωθεί από ανθρώπους που καλλιεργούν και εκτρέφουν ζώα. Η συνέχιση αυτής της εργασίας απαιτεί σταθερές συνεργασίες, αποδοχή του κόστους των τοπικών προϊόντων και συνέπεια στις ποσότητες και στην ποιότητα.
Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα ήρθε από το Metaxa Hospitality Group: η ζήτηση είχε εξασφαλιστεί πριν οργανωθεί η παραγωγή, προσφέροντας στους αγρότες τη δυνατότητα να προγραμματίσουν. Αντίστοιχα, οι συνεργασίες με τεχνίτες χρειάζονται σωστή αμοιβή, ρεαλιστικές προθεσμίες και αναφορά του δημιουργού. Η αυθεντικότητα προϋποθέτει ανθρώπους που μπορούν να συνεχίσουν τη δουλειά τους.
Η γαστρονομία έφερε και διαφωνίες. Πόσο ελληνικό πρέπει να είναι το πρωινό; Ο Γιάννης Μπαξεβάνης περιέγραψε την προσέγγιση του Minos Beach: σαφής ενημέρωση για τα τοπικά προϊόντα και προσωπική ανταπόκριση σε όποιον ζητούσε κάτι διαφορετικό. Το κοινό τραπέζι, η φωτιά και οι μνήμες της ορεινής ζωής παρουσιάστηκαν επίσης ως αφετηρίες αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.
Χώρος για τη ζωή
Η σχέση με την πόλη δοκιμάζεται στο ποιος περνά την πόρτα χωρίς βαλίτσα. Ο Georges Batrouni μίλησε για το OKUPA, τη γνωριμία με τους γείτονες πριν από το άνοιγμα, την ελεύθερη χρήση χώρων εργασίας και τις δραστηριότητες που δίνουν στους Αθηναίους λόγους επιστροφής. Η συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητα έφερε στο προσκήνιο το είδος των επιχειρήσεων που ανοίγουν και την επίδρασή τους στη γειτονιά. Για να φιλοξενήσει μια πόλη, κάποιος πρέπει πρώτα να κατοικεί εκεί.
Στην αρχιτεκτονική, η μνήμη αποτέλεσε υλικό επεξεργασίας: από τα σχέδια του Εμμανουήλ Βουρέκα στο The Ilisian έως τη μαρμαροτεχνία στο Tinos Beach. Η Ρία Ξένου περιέγραψε την έρευνα πίσω από την ανακαίνιση του Delano Miami Beach, όπου η προσέλκυση νέων επισκεπτών έπρεπε να συμβαδίσει με τον δεσμό των παλαιότερων. Στις επενδύσεις και στις επώνυμες κατοικίες, η επιτυχία κρίθηκε επίσης στη διάρκεια: στην ποιότητα της διαχείρισης, στις υπηρεσίες και στην καθημερινή ικανοποίηση των χρηστών.
Στο Nammos του Μαυροβουνίου, η εστίαση και το beach club παρουσιάστηκαν ως αυτοτελείς πόλοι έλξης, μαζί με το ξενοδοχείο και τις κατοικίες. Η αρχιτεκτονική καλείται να επιτρέπει τόσο τη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή όσο και την απόσυρση στην ιδιωτικότητα.
Η τεχνολογία αξιολογήθηκε μέσα από συγκεκριμένες χρήσεις: οργάνωση της αρχιτεκτονικής εργασίας, αξιοποίηση δεδομένων και δωμάτια που προσαρμόζονται στις συνθήκες φωτισμού, θερμοκρασίας και ποιότητας του αέρα. Η κρίση του σχεδιαστή και ο τελικός έλεγχος του επισκέπτη παραμένουν καθοριστικοί.
Η ευεξία έφερε στο τραπέζι την αφαίρεση: φως, αέρας, ησυχία και χρόνος χωρίς υποχρεωτικό πρόγραμμα. Ο Nigel Franklyn αμφισβήτησε την ανάγκη διαρκώς νέων παροχών, ενώ ο Τάσος Γεωργαντζής θύμισε τα στοιχειώδη μιας διαμονής, την ησυχία και τον καλό ύπνο.
Στο «Architectures of Desire», ο Δημήτρης Καραμπατάκης και ο Νίκος Ερηνάκης αναζήτησαν το περιθώριο που απομένει στον επισκέπτη να ανακαλύψει και να συνδιαμορφώσει τον χώρο. Μια συκιά σε ένα σπασμένο σκαλοπάτι έγινε εικόνα όσων προκύπτουν απρόβλεπτα.
Η «πρόσκληση συμμετοχής και όχι κατανάλωσης» έδωσε κατεύθυνση σε όσα συζητήθηκαν: συνεργασίες με διάρκεια και χώρος για τη ζωή που θα φέρουν οι άνθρωποι.





















