Σκέψεις και προτάσεις με αφορμή και τον Νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης

του Ιωάννη Μαλανδράκη, Δημάρχου Πλατανιά

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία. Η σύνταξη του Νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική ή διοικητική αναμόρφωση. Μπορεί να αποτελέσει μια κρίσιμη στιγμή επαναπροσδιορισμού όχι μόνο του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των Δήμων, αλλά και του τρόπου με τον οποίο χρηματοδοτείται η Τοπική ανάπτυξη στη Χώρα.

Ένα από τα διαχρονικά και δυσεπίλυτα προβλήματα της Αυτοδιοίκησης, παραμένει η απουσία σταθερών και μόνιμων χρηματοδοτικών εργαλείων.

Οι Δήμοι καλούνται να ανταποκριθούν σε ολοένα περισσότερες αρμοδιότητες και προκλήσεις – από την κλιματική αλλαγή και την πολιτική προστασία, έως τη λειψυδρία, το ενεργειακό κόστος και τις κρίσιμες υποδομές – χωρίς όμως να διαθέτουν πάντοτε την αντίστοιχη θεσμική και οικονομική θωράκιση.

Η εξάρτηση από αποσπασματικά χρηματοδοτικά προγράμματα και έκτακτες προσκλήσεις δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα: δεν επιτρέπει τον ασφαλή και μακροπρόθεσμο προγραμματισμό επενδύσεων σε τοπικό επίπεδο.

Στο πλαίσιο αυτό επανέρχεται με ιδιαίτερη επικαιρότητα μια πρόταση που ο Δήμος Πλατανιά κατέθεσε ήδη από το 2018 και η οποία, με την πάροδο των ετών, έχει τύχει ομόφωνης αποδοχής από συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης και Συνέδρια της ΚΕΔΕ: η θεσμοθέτηση της απόδοσης του Τέλους Ανθεκτικότητας στους Δήμους.

Η πρόταση αυτή δεν ήταν ποτέ λογιστική ή συγκυριακή. Ήταν και παραμένει βαθιά πολιτική και αναπτυξιακή. Προβλέπει ότι το 60% του Τέλους Ανθεκτικότητας αποδίδεται στους Δήμους, με άμεση και αναδιανεμητική λογική σε όλους τους Δήμους της χώρας, ενώ το υπόλοιπο 40% μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία ενός Ειδικού Σταθερού Χρηματοδοτικού Εργαλείου, για έργα ανθεκτικότητας, πολιτικής προστασίας, λειψυδρίας, υποδομών και άλλων κρίσιμων αναπτυξιακών παρεμβάσεων.

Από την αποσπασματική χρηματοδότηση, στον σταθερό προγραμματισμό

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αναπτυξιακή διάσταση της πρότασης. Η δημιουργία ενός μόνιμου και αναχρηματοδοτούμενου μηχανισμού σημαίνει ότι οι Δήμοι θα μπορούν να γνωρίζουν ότι σε σταθερή βάση θα υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι για έργα και δράσεις σε ολόκληρη την Επικράτεια τους.

Αυτό αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να λειτουργήσει η Αυτοδιοίκηση.

Από τη λογική της αναμονής μιας πρόσκλησης χρηματοδότησης, μπορούμε να περάσουμε στη λογική του πολυετούς προγραμματισμού: οι Δήμοι να ωριμάζουν εγκαίρως έργα, να καθορίζουν προτεραιότητες, να σχεδιάζουν παρεμβάσεις σε βάθος χρόνου και να γνωρίζουν ότι υπάρχει ένας σταθερός χρηματοδοτικός μηχανισμός στον οποίο μπορούν να ενταχθούν.

Έτσι, η χρηματοδότηση παύει να λειτουργεί αποκλειστικά ως απάντηση σε μια πρόσκαιρη ανάγκη και μετατρέπεται σε εργαλείο σχεδιασμού και άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής.

Ο ρόλος του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων και η μόχλευση κεφαλαίων

Η πρόταση μπορεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη δυναμική μέσω της σύνδεσης του 40% του Τέλους Ανθεκτικότητας με το Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων, με ισόποση συμμετοχή του στη δημιουργία του νέου Χρηματοδοτικού Εργαλείου και παράλληλη δυνατότητα μόχλευσης πόρων των ΟΤΑ.

Με αυτόν τον τρόπο, ένας σταθερός Δημόσιος πόρος, δεν εξαντλείται στην ετήσια κατανομή του, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για την κινητοποίηση πρόσθετων κεφαλαίων.

Αυτό είναι και το κρίσιμο στοιχείο της πρότασης: η αξιοποίηση του Τέλους Ανθεκτικότητας όχι απλώς ως πηγής χρηματοδότησης, αλλά ως χρηματοδοτικής βάσης πάνω στην οποία μπορεί να δημιουργηθεί ένα πολλαπλάσιο αναπτυξιακό αποτέλεσμα.

Με την ισόποση συμμετοχή του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων και τη δυνατότητα περαιτέρω μόχλευσης πόρων, το διαθέσιμο χρηματοδοτικό μέγεθος μπορεί να αυξάνεται σημαντικά και να αποκτήσει σε βάθος χρόνου χαρακτηριστικά ενός μεγάλου, μόνιμου αναπτυξιακού προγράμματος. Ένα πρόγραμμα, όμως, με μία ουσιώδη διαφορά: δεν θα έχει ημερομηνία λήξης.

 Ένα «μόνιμο αναπτυξιακό πρόγραμμα» για την Αυτοδιοίκηση

Η σταθερότητα και η επαναληψιμότητα του χρηματοδοτικού μηχανισμού, μπορούν να του προσδώσουν ένα ιδιαίτερα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι άλλων χρηματοδοτικών, σχημάτων περιορισμένης χρονικής διάρκειας.

Σε βάθος χρόνου και ανάλογα με το ύψος των εσόδων, τη συμμετοχή του ΤΠΔ και τον βαθμό μόχλευσης των διαθέσιμων πόρων, το συνολικό χρηματοδοτικό αποτύπωμα θα μπορούσε να προσεγγίσει ή ακόμη και να υπερβεί, επιμέρους άξονες και κατηγορίες δράσεων, καθώς και την αποτελεσματικότητα άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων Περιφερειακών και Τομεακών Προγραμμάτων.

Όχι ως ανταγωνιστικός μηχανισμός απέναντι στα υφιστάμενα Ευρωπαϊκά ή Εθνικά χρηματοδοτικά προγράμματα, αλλά ως μόνιμος συμπληρωματικός αναπτυξιακός πυλώνας, ο οποίος θα μπορεί να καλύπτει ανάγκες και χρηματοδοτικά κενά που σήμερα παραμένουν εκτός προσκλήσεων ή εξαρτώνται από συγκυριακές χρηματοδοτήσεις.

Κυρίως, όμως, θα δημιουργεί χρηματοδοτική συνέχεια. Κάθε νέος κύκλος δεν θα ξεκινά από μηδενική βάση. Το εργαλείο θα μπορεί να ανατροφοδοτείται, να ενισχύεται και να χρηματοδοτεί διαδοχικά νέες γενιές έργων και δράσεων.

Χρηματοδότηση με πραγματική γεωγραφική διάχυση

Υπάρχει και μία ακόμη σημαντική παράμετρος. Ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να δημιουργήσει σταθερή ροή επενδύσεων σε σχεδόν ολόκληρη τη χώρα, δίνοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης όχι μόνο στους μεγάλους αστικούς Δήμους αλλά και σε μικρότερους, νησιωτικούς, ορεινούς, αγροτικούς και τουριστικούς Δήμους.

Με την κατάλληλη αναδιανεμητική αρχιτεκτονική, οι πόροι μπορούν να κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές ανάγκες, δημιουργώντας ένα αναπτυξιακό αποτύπωμα με μεγάλη γεωγραφική διασπορά, μέσα από ένα στοχευμένο χρηματοδοτικό εργαλείο επιμερισμένο σε άξονες.

Αυτό σημαίνει περισσότερα ώριμα έργα, περισσότερες τοπικές επενδύσεις, κινητοποίηση της πραγματικής οικονομίας και τελικά, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών.

Το ΤΠΔ ως πραγματικός αναπτυξιακός εταίρος της Αυτοδιοίκησης

Παράλληλα, η πρόταση ανοίγει και μια ευρύτερη θεσμική συζήτηση για τον ίδιο τον ρόλο του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων.

Το ΤΠΔ μπορεί να εξελιχθεί σε μια πραγματική Τράπεζα και της Αυτοδιοίκησης, με ενεργό ρόλο των θεσμικών εκπροσώπων της στη χάραξη της χρηματοδοτικής πολιτικής. Όχι μόνο ως δανειστής των ΟΤΑ, αλλά ως αναπτυξιακός τους εταίρος, ο οποίος συμμετέχει στον σχεδιασμό και στη χρηματοδότηση επενδύσεων με μακροπρόθεσμο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Η δημιουργία ενός τέτοιου σταθερού χρηματοδοτικού εργαλείου δεν αποτελεί πολυτέλεια. Μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ανθεκτικές τοπικές κοινωνίες, ουσιαστική πολιτική προστασία, βιώσιμες υποδομές και μια Αυτοδιοίκηση με μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία, δυνατότητα προγραμματισμού και ευθύνη. Ο Νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορεί να αποτελέσει το θεσμικό όχημα για αυτή τη μεταρρύθμιση. Η Αυτοδιοίκηση έχει ώριμες προτάσεις, τεκμηριωμένες θέσεις και, κυρίως, εμπειρία από το πεδίο.

Αυτό που απαιτείται πλέον είναι η πολιτική βούληση να περάσουμε από την αποσπασματική χρηματοδότηση σε έναν μόνιμο μηχανισμό επένδυσης στην τοπική ανάπτυξη.

Γιατί η πραγματική χρηματοδοτική αυτονομία της Αυτοδιοίκησης δεν είναι μόνο ζήτημα περισσότερων πόρων. Είναι ζήτημα σταθερών πόρων, δυνατότητας μόχλευσης και –πάνω απ’ όλα– δυνατότητας να σχεδιάζεις σήμερα τα έργα που θα χρειάζεται ο τόπος σου αύριο.