
του Ιωάννη Μαλανδράκη, Δημάρχου Πλατανιά
Η συζήτηση για το Τέλος Ανθεκτικότητας δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη δημοσιονομική του διάσταση. Ιδιαίτερα για τους τουριστικούς Δήμους της Χώρας, το πραγματικό ερώτημα είναι εάν και με ποιον τρόπο ένα μέρος των πόρων που παράγονται από την τουριστική δραστηριότητα, επιστρέφει στον ίδιο τον τόπο που την υποδέχεται και τη στηρίζει.
Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Η ανάπτυξή του, όμως, δημιουργεί παράλληλα αυξημένες απαιτήσεις για τις τοπικές υποδομές και υπηρεσίες, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου κατά τους μήνες αιχμής ο πραγματικός πληθυσμός πολλαπλασιάζεται.
Οι Δήμοι καλούνται καθημερινά να ανταποκριθούν σε αυξημένες ανάγκες καθαριότητας, αποκομιδής και ανακύκλωσης απορριμμάτων, επάρκειας και ποιότητας νερού, συντήρησης υποδομών, ηλεκτροφωτισμού, προσβασιμότητας, πεζοδρομήσεων και κοινόχρηστων χώρων, αλλά και πολιτικής προστασίας και αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.
Όλες αυτές οι λειτουργίες δεν αποτελούν απλώς Δημοτικές υπηρεσίες. Αποτελούν μέρος του ίδιου του τουριστικού προϊόντος.
Ένας καθαρός, ασφαλής, προσβάσιμος και λειτουργικός τόπος, με επαρκείς υποδομές και ποιοτικές Δημόσιες υπηρεσίες, είναι ένας καλύτερος τόπος για τον επισκέπτη και ταυτόχρονα ένας περισσότερο ανταγωνιστικός και βιώσιμος τουριστικός προορισμός.
Στο πλαίσιο αυτό επανέρχεται με ιδιαίτερη επικαιρότητα η πρόταση που ο Δήμος Πλατανιά έχει καταθέσει ήδη από το 2018 και η οποία έχει τύχει ομόφωνης αποδοχής από συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης και Συνέδρια της ΚΕΔΕ: η θεσμοθέτηση της απόδοσης του Τέλους Ανθεκτικότητας στους Δήμους.
Η πρότασή μας προβλέπει την απόδοση του 60% του Τέλους Ανθεκτικότητας στους Δήμους, με άμεση και αναδιανεμητική λογική για όλους τους Δήμους της χώρας, ενώ το υπόλοιπο 40% μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία ενός Ειδικού Σταθερού Χρηματοδοτικού Εργαλείου για έργα ανθεκτικότητας, πολιτικής προστασίας, λειψυδρίας και κρίσιμων υποδομών.
Η ανταποδοτικότητα όμως, δεν αφορά μόνο τον επισκέπτη. Αφορά πρωτίστως τον μόνιμο κάτοικο.
Γιατί ένας τουριστικός προορισμός δεν μπορεί να είναι πραγματικά βιώσιμος εάν δεν είναι βιώσιμος και για τους ανθρώπους που ζουν σε αυτόν όλο τον χρόνο.
Οι ίδιοι πόροι που υποστηρίζουν την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προορισμού, μπορούν και πρέπει παράλληλα να χρηματοδοτούν έργα και δράσεις που βελτιώνουν την καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων: καλύτερες υποδομές, ασφαλέστερους και προσβάσιμους Δημόσιους χώρους, επαρκείς υπηρεσίες, περιβαλλοντική προστασία και συνολικά καλύτερη ποιότητα ζωής.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται και οι προϋποθέσεις ώστε οι κάτοικοι –και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές– να μπορούν να παραμένουν στον τόπο τους, να κατοικούν μόνιμα, να εργάζονται και να επιχειρούν σε αυτόν, αξιοποιώντας παράλληλα τις οικονομικές ευκαιρίες που δημιουργεί ο τουρισμός.
Αυτή είναι ίσως και η ουσία της βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης: όχι ένας τόπος που λειτουργεί καλά μόνο για λίγους μήνες τον χρόνο και μόνο για τον επισκέπτη, αλλά ένας τόπος που παραμένει ζωντανός, λειτουργικός και ελκυστικός δώδεκα μήνες τον χρόνο για εκείνους που τον κατοικούν, εκείνους που εργάζονται και επιχειρούν σε αυτόν και φυσικά για εκείνους που τον επισκέπτονται.
Το Τέλος Ανθεκτικότητας, επομένως, μπορεί να αποκτήσει έναν πραγματικά ανταποδοτικό χαρακτήρα. Να μετατραπεί από έναν ακόμη φόρο που συνδέεται με την τουριστική δραστηριότητα σε μηχανισμό επανεπένδυσης στον ίδιο τον προορισμό.
Έναν μηχανισμό που δημιουργεί έναν ουσιαστικό κύκλο ανταποδοτικότητας:
Τουρισμός → έσοδα → τοπικές υποδομές και υπηρεσίες → ποιότητα ζωής κατοίκων → καλύτερη εμπειρία επισκέπτη → ισχυρότερος και πιο διαθέσιμος προορισμός.
Η ενίσχυση της Αυτοδιοίκησης μέσω ενός τέτοιου σταθερού χρηματοδοτικού μηχανισμού δεν αποτελεί, επομένως, μια διεκδίκηση που αφορά μόνο τους Δήμους. Αποτελεί επένδυση στην ποιότητα και την ανθεκτικότητα του ελληνικού τουρισμού, στην τοπική οικονομία και, κυρίως, στις ίδιες τις κοινωνίες που στηρίζουν καθημερινά τους τουριστικούς προορισμούς.
Για τον Δήμο Πλατανιά, άλλωστε, αυτή η αντίληψη δεν αποτελεί μια αποσπασματική προσέγγιση. Αποτυπώνεται και στο Όραμα Κινητικότητας του Δήμου Πλατανιά, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά τη διαδικασία εκπόνησης του ΣΒΑΚ, το οποίο έχει πλέον ολοκληρώσει και τη θεσμική του διαδρομή με την έγκριση και δημοσίευσή του σε ΦΕΚ.
Το όραμά μας είναι να μεταμορφώσουμε τον Πλατανιά σε «ένα ελκυστικό, προσβάσιμο, ασφαλές, καθαρό και υγιές περιβάλλον για να ζούμε, να εργαζόμαστε και να απολαμβάνουμε», σε έναν πράσινο προορισμό όπου «συνυπάρχουν σε αρμονία μια υγιής επιχειρηματική κοινότητα και ζωντανές γειτονιές».
Αυτή ακριβώς είναι και η φιλοσοφία που πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της ανταποδοτικότητας του Τέλους Ανθεκτικότητας: οι πόροι που δημιουργούνται από την τουριστική δραστηριότητα να επιστρέφουν στον τόπο, ώστε να ενισχύουν τις υποδομές και τις υπηρεσίες του, να βελτιώνουν την καθημερινότητα των κατοίκων του, να στηρίζουν την επιχειρηματικότητα και να αναβαθμίζουν ταυτόχρονα την εμπειρία του επισκέπτη.
Να δημιουργούν, δηλαδή, τις συνθήκες ώστε ένας τόπος να παραμένει ζωντανός όλο τον χρόνο, ώστε οι άνθρωποί του να μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να επιχειρούν στον τόπο τους, και οι επισκέπτες να μην συναντούν απλώς έναν τουριστικό προορισμό, αλλά έναν τόπο με ποιότητα, ταυτότητα και ζωή.
Γιατί η πραγματική βιωσιμότητα ενός προορισμού ξεκινά από την ποιότητα ζωής της ίδιας της τοπικής κοινωνίας.
Ο καλός τόπος για να επισκεφθείς, πρέπει πρώτα να είναι ένας καλός τόπος για να ζεις!
Και αυτό συμπυκνώνει ίσως καλύτερα και το όραμα που έχουμε θέσει για τον Πλατανιά:
«Πλατανιάς, ένας τόπος γεμάτος έμπνευση, που κάτοικοι και επισκέπτες νιώθουν σπίτι τους!»





















