Γράφει ο Νίκων Μάρρας – Σύμβουλος επιχειρήσεων & χρηματοοικονομικής διαχείρισης 

Το πρόγραμμα «Παράγουμε στην Ελλάδα» αποτελεί, θεωρητικά, μια ουσιαστική προσπάθεια ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής και μεταποίησης.
Στην πράξη όμως, αποδεικνύεται ένα από τα πιο απαιτητικά και σύνθετα χρηματοδοτικά εργαλεία, με αυστηρές προϋποθέσεις, τεχνικές ιδιαιτερότητες και υψηλές απαιτήσεις βαθμολογίας, που για πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν περισσότερο αποτρεπτικά παρά ενισχυτικά.

Η πραγματικότητα είναι πως αρκετές επιχειρήσεις δεν έμειναν εκτός επειδή δεν είχαν όραμα ή επενδυτικό σχέδιο. Έμειναν εκτός γιατί το πλαίσιο απαιτούσε ταχύτητα, ρευστότητα και προσαρμογές που συχνά δεν συμβαδίζουν με την πραγματική λειτουργία της ελληνικής μικρομεσαίας επιχείρησης.

Α. Οι επιλέξιμοι ΚΑΔ και το παράδοξο της «αναγκαστικής προσαρμογής»

Ένα από τα βασικότερα ζητήματα του προγράμματος αφορά τους επιλέξιμους ΚΑΔ, οι οποίοι είναι περιορισμένοι και στοχευμένοι.

Παρότι δόθηκε η δυνατότητα οι ΚΑΔ να μην είναι κύριοι ή ακόμη και να προστεθούν πριν την υποβολή της αίτησης, η πρακτική εφαρμογή δημιούργησε σημαντικά εμπόδια. Για να μπορέσει μια επιχείρηση να συμμετάσχει, απαιτούνταν σε αρκετές περιπτώσεις:
• προσθήκη νέου ΚΑΔ,
• διαδικασία γνωστοποίησης λειτουργίας ή αδειοδότησης,
• προσαρμογή εγκαταστάσεων ή δραστηριότητας,
• και όλα αυτά μέσα σε ιδιαίτερα περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Αποτέλεσμα; Πολλές επιχειρήσεις δίστασαν να προχωρήσουν σε μια πρόχειρη ή αναγκαστική επένδυση μόνο και μόνο για να “χωρέσουν” στο πρόγραμμα, ειδικά όταν ο νέος ΚΑΔ δεν εξυπηρετούσε ουσιαστικά τη μακροπρόθεσμη στρατηγική ή τις πραγματικές παραγωγικές ανάγκες τους.

Κι εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: Ένα πρόγραμμα ανάπτυξης πρέπει να ενισχύει την πραγματική παραγωγή ή να οδηγεί επιχειρήσεις σε τεχνητές προσαρμογές μόνο και μόνο για να θεωρηθούν επιλέξιμες;

Β. Τα μέσα υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών και η «κρυφή» απαίτηση ρευστότητας

Ιδιαίτερα αυστηρό αποδείχθηκε και το κριτήριο των μέσων υπολοίπων επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών.

Τυπικά, απαιτείται τα μέσα υπόλοιπα να ξεπερνούν το 25% της ίδιας συμμετοχής του αιτούμενου προϋπολογισμού.
Στην πράξη όμως, για να επιτύχει μια επιχείρηση υψηλή βαθμολογία και να παραμείνει ανταγωνιστική, τα διαθέσιμα κεφάλαια έπρεπε συχνά να προσεγγίζουν ή και να ξεπερνούν το σύνολο της ίδιας συμμετοχής.

Αυτό δημιουργεί μια ουσιαστική αντίφαση. Διότι τα προγράμματα χρηματοδότησης υποτίθεται ότι λειτουργούν ως εργαλείο ενίσχυσης επιχειρήσεων που επιθυμούν να αναπτυχθούν — όχι μόνο για όσες ήδη διαθέτουν ισχυρή ρευστότητα και υψηλά τραπεζικά υπόλοιπα.

Έτσι, πολλές υγιείς και παραγωγικές επιχειρήσεις βρέθηκαν εκτός διαδικασίας όχι λόγω έλλειψης βιωσιμότητας, αλλά λόγω αδυναμίας διατήρησης υψηλών μέσων υπολοίπων σε μια περίοδο όπου η αγορά λειτουργεί καθημερινά με αυξημένες πιέσεις κόστους, φορολογίας και λειτουργικών υποχρεώσεων.

Γ. Η υψηλή βάση βαθμολογίας και ο αποκλεισμός επιχειρήσεων

Η ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία των 75 μονάδων αποτελεί ίσως το πιο δύσκολο σημείο του προγράμματος.
Για πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η επίτευξη αυτής της βαθμολογίας είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακόμη και όταν διαθέτουν:
• πραγματική παραγωγική δραστηριότητα,
• εμπειρία στην αγορά,
• βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο,
• και ξεκάθαρη αναπτυξιακή προοπτική.

Στην ουσία, το πρόγραμμα δεν αξιολογεί μόνο την προοπτική μιας επένδυσης, αλλά απαιτεί από την επιχείρηση να εμφανίζει ήδη χαρακτηριστικά οικονομικής ισχύος, υψηλής οργάνωσης και άμεσης χρηματοδοτικής επάρκειας.

Το αποτέλεσμα είναι πως αρκετές επιχειρήσεις που πραγματικά θα μπορούσαν να ωφεληθούν και να ενισχύσουν την ελληνική παραγωγή, αποκλείονται πριν καν φτάσουν στο στάδιο της ουσιαστικής αξιολόγησης.

Το «Παράγουμε στην Ελλάδα» είναι ένα πρόγραμμα με αναπτυξιακή φιλοσοφία, αλλά και με ιδιαίτερα αυστηρό σχεδιασμό.
Απαιτεί προσεκτική στρατηγική, υψηλή προετοιμασία και σημαντική οικονομική αντοχή.
Η ελληνική επιχειρηματικότητα όμως δεν χρειάζεται μόνο προγράμματα με τίτλους ανάπτυξης.
Χρειάζεται εργαλεία που να μπορούν να προσαρμοστούν στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, στις ανάγκες της μικρομεσαίας επιχείρησης και στις δυσκολίες της καθημερινής παραγωγικής δραστηριότητας.
Γιατί πολλές φορές, στην Ελλάδα, το πιο δύσκολο δεν είναι να παράγεις.
Είναι να αποδείξεις ότι αξίζεις να σου δοθεί η δυνατότητα να παράγεις περισσότερο.