Την ανάγκη για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης των υποδομών, με μεγαλύτερη συμμετοχή των ιδιωτικών επενδύσεων και σύνδεση της κατασκευής με τη μακροχρόνια λειτουργία και συντήρηση των έργων, ανέδειξε ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ, Χρήστος Παναγιωτόπουλος.

Μιλώντας στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών (ITC 2026), στην «τράπεζα των κατασκευών», ο κ. Παναγιωτόπουλος επισήμανε ότι η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε περαιτέρω διεύρυνση του επενδυτικού κενού της χώρας, το οποίο σήμερα υπολογίζεται σε 6 έως 8 δισ. ευρώ ετησίως.

Όπως ανέφερε, τα τελευταία χρόνια οι κατασκευαστικές εταιρείες κλήθηκαν να υλοποιήσουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πρόγραμμα έργων, συχνά υπό αντίξοες συνθήκες, με ελλείψεις στην ωρίμανση των μελετών, καθυστερήσεις και ιδιαίτερα πιεστικά χρονοδιαγράμματα. «Μαστιγώθηκαν ανηλεώς προκειμένου να ολοκληρώσουν εγκαίρως μεγάλα δημόσια έργα», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ανάγκες 40-50 δισ. ευρώ για νέες υποδομές

Η αξία παραγωγής του κατασκευαστικού κλάδου έχει υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με το παρελθόν, ενώ εκτιμάται ότι έως το 2030 θα ωριμάσουν ή θα αρχίσουν να εκτελούνται έργα ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Παναγιωτόπουλο, το συγκεκριμένο ύψος έργων δεν επαρκεί για να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες της χώρας. Οι συνολικές ανάγκες για νέες υποδομές, μετά την πολυετή οικονομική κρίση, υπολογίζονται μεταξύ 40 και 50 δισ. ευρώ.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια αναμένεται να διαδραματίσει το νέο εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα, ύψους 23 δισ. ευρώ. Όπως υπογράμμισε, ζητούμενο δεν είναι μόνο το ύψος των διαθέσιμων πόρων, αλλά και η αποτελεσματική διοχέτευσή τους στην πραγματική οικονομία.

Υστερούν οι ιδιωτικές επενδύσεις

Παρότι οι δημόσιες επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν προσεγγίσει τα τελευταία χρόνια τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ιδιωτικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται κατά περίπου 4 έως 4,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Για τον λόγο αυτό, ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ υποστήριξε ότι απαιτείται απομάκρυνση από το παραδοσιακό μοντέλο των «δημόσιων έργων», με τον σχεδιασμό και την κατασκευή να συνδέονται με τη μακροχρόνια λειτουργία και συντήρηση των υποδομών.

Παράλληλα, τόνισε ότι «θα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι Πρότυπες Προτάσεις που θα επιτρέψουν στις εταιρείες να διατυπώνουν ώριμες προτάσεις για έργα υποδομής».

Ανθρώπινο δυναμικό, κόστος και διαχείριση νερού

Στις βασικές προκλήσεις του κατασκευαστικού κλάδου εντάσσονται, σύμφωνα με τον ίδιο, η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και η συνεχιζόμενη αύξηση του κατασκευαστικού κόστους.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, από τη συλλογή και την αποθήκευση μέχρι την ύδρευση, την άρδευση και την αντιπλημμυρική προστασία. Οι απώλειες νερού παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές σε αρκετές περιοχές, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Λευκάδας, όπου, όπως ανέφερε, εκτιμάται ότι το 60%-65% του νερού χάνεται λόγω διαρροών.

Τέλος, ο κ. Παναγιωτόπουλος αναφέρθηκε στη χρηματοοικονομική θέση του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, επισημαίνοντας ότι είναι η μοναδική ελληνική μη χρηματοπιστωτική εταιρεία που έχει λάβει επενδυτική βαθμίδα από τη Moody’s και την S&P. «Κι αυτό μας επιτρέπει να δανειζόμαστε φθηνά», κατέληξε.