
Του Χάρη Ντιγριντάκη
Η επίπλαστη διακοπή των τυμπάνων του πολέμου καθιστά προς ώρας μουδιασμένη την τουριστική κίνηση, αφού οι πηγές άντλησης τουριστών για τη χώρα μας δεν επιδεικνύουν τα ίδια αντανακλαστικά για τη διενέργεια ενός ταξιδιού μια και όλα είναι ακόμη ρευστά.
Κρίσιμος per se παράγοντας για την πορεία της φετινής τουριστικής σεζόν αναδεικνύεται, η τιμή των ναύλων.
Το ενδεχόμενο έλλειψης αεροπορικών καυσίμων στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των τιμών, συνυφαίνει ένα πρωτοφανές σκηνικό ενόψει της θερινής περιόδου, με τον κίνδυνο να επηρεαστεί τόσο το κόστος των εισιτηρίων όσο και η διαθεσιμότητα σε πτήσεις.

Αν και οι επιπτώσεις του πολέμου, σε ό,τι αφορά τις κρατήσεις στα ξενοδοχεία ανά την Ελλάδα, παραμένουν μέχρι στιγμής περιορισμένες στην εκκίνηση της σεζόν, το αεροπορικό καύσιμο μπορεί να αποδειχθεί κομβικό σημείο για την εξέλιξη της ζήτησης.
Κι αυτό καθώς ενδεχόμενη άνοδος των τιμών των εισιτηρίων σε επίπεδα στα οποία δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί ο μέσος ταξιδιώτης ενδέχεται να ζημιώσει σημαντικά τη φετινή τουριστική σεζόν.
Προς το παρόν, παράγοντες της εγχώριας αεροπορικής αγοράς κάνουν λόγο για επάρκεια καυσίμων. Ωστόσο, προειδοποιούν ότι, σε περίπτωση πανευρωπαϊκής έλλειψης, η Ελλάδα δεν θα μείνει ανεπηρέαστη.

Ο παράγοντας «καύσιμα»
Το κόστος και η επάρκεια των αεροπορικών καυσίμων βρίσκονται φέτος στο επίκεντρο της θερινής ταξιδιωτικής αγοράς, με τις αεροπορικές εταιρείες να ισορροπούν ανάμεσα στο αυξημένο λειτουργικό κόστος και τη διατήρηση της ζήτησης.
Όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, τα καύσιμα παραμένουν η σημαντικότερη μεταβλητή για τους αερομεταφορείς, καλύπτοντας έως και το ένα τρίτο των συνολικών λειτουργικών δαπανών.
Στο πλαίσιο αυτό, οι εταιρείες αξιοποιούν εργαλεία περιορισμού του κόστους, με βασικό την αντιστάθμιση κινδύνου (hedging), που επιτρέπει την εξασφάλιση πιο σταθερών τιμών για μέρος των αναγκών τους.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και της αγοράς, η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με «συστημική» έλλειψη αεροπορικών καυσίμων ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού, εάν δεν αποκατασταθούν οι ροές από τη Μέση Ανατολή.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο στην περιοχή και τον περιορισμό της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα καύσιμα αποδεικνύεται καθοριστική, καθώς περίπου το 75% των εισαγωγών αεροπορικού καυσίμου προέρχεται από τον Κόλπο.
Την ίδια στιγμή, οι εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού είναι περιορισμένες, ενώ η ζήτηση αυξάνεται λόγω της θερινής περιόδου.

Από την πλευρά της, η Κομισιόν διέψευσε κατηγορηματικά, μέσα στην εβδομάδα, τα σενάρια για άμεσες ελλείψεις καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εκπρόσωπος για θέματα ενέργειας, Άνα-Κάιζα Ιτκόνεν, σημείωσε ότι «δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ενδείξεις γενικευμένης έλλειψης καυσίμων στην Ε.Ε.», αφήνοντας, ωστόσο, ανοιχτό το ενδεχόμενο πιέσεων στον εφοδιασμό το επόμενο διάστημα, ιδίως στα αεροπορικά καύσιμα.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο διευθύνων σύμβουλος του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», Γιώργος Καλλιμασιάς, ανέφερε στο πλαίσιο της ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας: «Η τιμή του πετρελαίου δεν μας επηρεάζει άμεσα, γιατί ούτε το αγοράζουμε ούτε το πουλάμε. Προφανώς μπορεί να επηρεάσει τους αεροπορικούς ναύλους. Υπάρχουν στρατηγικά αποθέματα τόσο στις δικές μας δεξαμενές όσο και, όπως πληροφορούμαστε, στα μεγάλα διυλιστήρια.
Στην Ελλάδα τα δύο μεγάλα διυλιστήρια μετατρέπουν το αργό πετρέλαιο σε προϊόντα αεροπορικού καυσίμου, κάτι που δεν συμβαίνει σε όλες τις χώρες. Ωστόσο, εάν υπάρξει πανευρωπαϊκή έλλειψη, δεν θα μείνουμε ανεπηρέαστοι, ανεξάρτητα από τα αποθέματα που διαθέτουμε».

Ο παράγοντας «ναύλοι»
Σε ό,τι αφορά την επίδραση της αύξησης των τιμών του πετρελαίου και της πιθανής έλλειψης καυσίμων στο κόστος των εισιτηρίων και στη ζήτηση, η εικόνα διαφοροποιείται ανά αγορά.
Σε χώρες με αυξημένη οικονομική πίεση, οι ανατιμήσεις επηρεάζουν ήδη τη συμπεριφορά των ταξιδιωτών, οι οποίοι στρέφονται σε πιο σύντομα ταξίδια, κοντινότερους προορισμούς ή εναλλακτικά μέσα μεταφοράς, όπου αυτό είναι εφικτό.
Σύμφωνα με τον διεθνή Τύπο, η άνοδος των τιμών των καυσίμων και, κατ’ επέκταση, του λειτουργικού κόστους των αεροπορικών εταιρειών μετακυλίεται σταδιακά στους επιβάτες. Ήδη, έχουν επιβληθεί πρόσθετες χρεώσεις καυσίμων, με αυξήσεις που φτάνουν έως και τα 50 ευρώ στην οικονομική θέση και έως 360 ευρώ στη business class, σε ορισμένες αγορές.
Οι αναλυτές σκιαγραφούν δύο βασικά σενάρια για τη θερινή περίοδο. Στο πρώτο, σε περίπτωση σταδιακής αποκατάστασης των ροών καυσίμων από τη Μέση Ανατολή, η αγορά θα κινηθεί με αυξημένες αλλά διαχειρίσιμες τιμές, διατηρώντας τη ζήτηση σε υψηλά επίπεδα.
Στο δεύτερο, πιο δυσμενές σενάριο, μια παρατεταμένη διαταραχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε πραγματικές ελλείψεις καυσίμων εντός του καλοκαιριού, με περικοπές πτήσεων, περαιτέρω αυξήσεις ναύλων και πιέσεις στον τουρισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, πέρα από τις τιμές, κρίσιμο ζητούμενο καθίσταται η ίδια η διαθεσιμότητα πτήσεων. Ήδη, μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες εξετάζουν περιορισμό δρομολογίων, με σενάρια που προβλέπουν μείωση χωρητικότητας έως και 5%, καθηλώσεις αεροσκαφών και περικοπές σε λιγότερο κερδοφόρα δίκτυα.
«Δεν είμαι απαισιόδοξος σε ό,τι αφορά τη ζήτηση. Δεν διακρίνουμε μεγάλο πρόβλημα προς το παρόν, ούτε κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Οι απώλειες είναι περιορισμένες», επισημαίνει υψηλόβαθμο στέλεχος του κλάδου των αερομεταφορών.
Παρά ταύτα, η επιβράδυνση του ρυθμού κρατήσεων παραμένει, χωρίς σαφή σημάδια ανάκαμψης μέχρι στιγμής, με τους παράγοντες της αγοράς να τοποθετούν προς το τέλος του μήνα μια πιο ασφαλή εκτίμηση για την πορεία της σεζόν.
Πάντως, οι πρώτες επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή με ό,τι αυτός συνεπάγεται σε επίπεδο αεροδρομίων αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα του Μαρτίου για τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Η επιβατική κίνηση του αεροδρομίου της Αθήνας κατά τη διάρκεια του Μαρτίου 2026 ανήλθε σε 2,31 εκατ., αυξημένη κατά 3,8% σε σύγκριση με το 2025, με τον ρυθμό ανάπτυξης, ωστόσο, να παρουσιάζει επιβράδυνσης σε σύγκριση με τους δύο πρώτους μήνες του τρέχοντος έτους.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει το ΔΑΑ σε ανακοίνωσή του στο Χρηματιστήριο, η εξέλιξη της επιβατικής κίνησης, εντός αυτού του ιδιαίτερα ευμετάβλητου γεωπολιτικού περιβάλλοντος, σημείωσε επιβράδυνση σε σύγκριση με τους προηγούμενους δύο μήνες, παραμένοντας ωστόσο πάνω από τα επίπεδα του 2025 κατά 4,8% στην εγχώρια επιβατική κίνηση και κατά 3,4% στην κίνηση προς/από το εξωτερικό.
Σημειώνεται ότι ο μεγαλύτερος εγχώριος αερομεταφορέας έχει ήδη προχωρήσει στην ακύρωση πτήσεων προς Ριάντ, Αμμάν, Τελ Αβίβ, Βηρυτό, Ερμπίλ, Βαγδάτη και Ντουμπάι έως το τέλος Ιουνίου.
Στον αντίποδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΑΑ, οι μισές από τις πτήσεις που συνδέουν την ελληνική πρωτεύουσα με τις χώρες της Μέσης Ανατολής πραγματοποιούνται κανονικά, δεδομένου ότι αρκετοί αερομεταφορείς έχουν επαναφέρει μέρος του πτητικού έργου τους ή και ολόκληρο σε μία προσπάθεια επιστροφής στην κανονικότητα και τόνωσης της ζήτησης.

























