Τα εστιατόρια στη Μαγιόρκα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια ολοένα εντονότερη πίεση από την εκτόξευση των ενοικίων, σε μια κατάσταση που, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εστιατορίων των Βαλεαρίδων, Αλφόνσο Ρομπλέδο, θυμίζει όλο και περισσότερο την κρίση στέγασης που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι των νησιών.

«Νιώθουμε ότι μας διώχνουν. Είναι η ίδια κατάσταση. Τα ενοίκια είναι εξωφρενικά υψηλά», υποστηρίζει. Όπως εξηγεί, το κόστος των επαγγελματικών χώρων αναγκάζει τις επιχειρήσεις να αυξάνουν σημαντικά τις τιμές στους καταλόγους τους, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από την τοπική πελατεία.

«Δεν μπορούμε να πουλάμε μια μπίρα δύο ευρώ όταν πληρώνουμε 14.000 ευρώ τον μήνα για ενοίκιο», λέει χαρακτηριστικά.

Ο Ρομπλέδο, ωστόσο, διαφοροποιεί την κατάσταση των επιχειρήσεων από εκείνη της κατοικίας ως προς την αιτία του προβλήματος. Κατά την άποψή του, σημαντικό μέρος της ευθύνης βαραίνει τις δημόσιες αρχές, οι οποίες επιβάλλουν ιδιαίτερα υψηλά μισθώματα και τέλη παραχώρησης για τους χώρους που διαχειρίζονται. Η εξέλιξη αυτή, όπως υποστηρίζει, έχει δημιουργήσει ένα ντόμινο, καθώς και οι ιδιώτες ιδιοκτήτες ανεβάζουν στη συνέχεια τις απαιτήσεις τους.

Από τα λιμάνια στις βιομηχανικές ζώνες

Τα υψηλότερα ενοίκια εντοπίζονται, σύμφωνα με τον ίδιο, κυρίως στις λιμενικές ζώνες, με αποτέλεσμα αρκετές επιχειρήσεις των Βαλεαρίδων να αδυνατούν πλέον να ανταγωνιστούν τους επενδυτές.

«Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε. Λίγοι επιχειρηματίες στα νησιά διαθέτουν τέτοια κεφάλαια. Και όσοι τα διαθέτουν γνωρίζουν ότι ουσιαστικά οδηγούνται σε αποτυχία, καθώς για να καλύψουν το κόστος θα πρέπει να αυξήσουν δραστικά τις τιμές και τότε οι πελάτες απλώς δεν θα έρθουν», σημειώνει.

Η πίεση των ενοικίων δεν περιορίζεται στα λιμάνια. Εστιατόρια εκτοπίζονται σταδιακά και από τα κέντρα των πόλεων και τις δημοφιλείς τουριστικές περιοχές, αναζητώντας φθηνότερους χώρους σε βιομηχανικές ζώνες.

Η διαφορά στο κόστος είναι εντυπωσιακή: από περίπου 10.000 ευρώ τον μήνα σε κεντρικά ή τουριστικά σημεία, ένα εστιατόριο μπορεί να βρεθεί να πληρώνει γύρω στα 1.000 ευρώ σε μια βιομηχανική περιοχή.

Το παράδοξο, σύμφωνα με τον Ρομπλέδο, είναι ότι ακόμη και όταν οι δημόσιες αρχές ζητούν αστρονομικά ποσά για μια παραχώρηση —σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 600.000 ευρώ— πάντα βρίσκεται κάποιος διατεθειμένος να τα καταβάλει.

Το «brand» των νησιών προσελκύει επενδυτές

Ο ίδιος αποδίδει ένα μέρος αυτής της δυναμικής στο ισχυρό brand των νησιών. Η Μαγιόρκα, η Μενόρκα, η Ίμπιζα και η Φορμεντέρα διαθέτουν διεθνές κύρος, γεγονός που ενισχύει το ενδιαφέρον μεγάλων επενδυτών.

«Υπάρχουν αλυσίδες που δεν ενδιαφέρονται αν ένα εστιατόριο είναι κερδοφόρο. Το να έχουν ένα εστιατόριο στο νησί προσθέτει κύρος στο όνομά τους», υποστηρίζει.

Κατά την εκτίμησή του, η αγορά οδηγείται έτσι σε ένα μοντέλο όπου θα επιβιώνουν κυρίως οι μεγάλες αλυσίδες και οι όμιλοι με πολλά καταστήματα, αλλά και οι αυτοαπασχολούμενοι που είναι διατεθειμένοι να δουλεύουν από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ.

«Υπάρχει μια φούσκα που κάποια στιγμή θα σκάσει»

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εστιατορίων των Βαλεαρίδων μιλά πλέον ανοιχτά για μια «φούσκα» στον κλάδο της εστίασης, η οποία, όπως εκτιμά, δεν μπορεί να συνεχίσει να διογκώνεται επ’ αόριστον.

Κατά την άποψή του, ένας τρόπος για να αποτραπεί η κατάρρευση θα ήταν να μειωθούν οι τιμές των παραχωρήσεων για εστιατόρια σε δημόσιους χώρους, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχουν αντίστοιχα όρια στις τιμές των μενού. Παράλληλα, ζητά την επιβολή μορατόριουμ στην περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου.

«Στις Βαλεαρίδες υπάρχουν περίπου 14.000 μπαρ και εστιατόρια. Είναι πάρα πολλά. Δεν υπάρχει αρκετή δουλειά για όλους», υπογραμμίζει.

Δύσκολο καλοκαίρι και ο παράγοντας της κλιματικής αλλαγής

Η εικόνα που μεταφέρει για τη φετινή τουριστική περίοδο είναι επίσης ανησυχητική. Σύμφωνα με τον Ρομπλέδο, το φετινό καλοκαίρι κινείται σε αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με πέρυσι.

Παρότι αναγνωρίζει ότι συχνά αποδίδονται χαμηλότερες επιδόσεις στα καλοκαίρια που συμπίπτουν με Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, θεωρεί ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο.

«Πιστεύω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλλαγή εποχής», εκτιμά, συνδέοντας τις εξελίξεις και με την άνοδο των θερμοκρασιών.

Οι ολοένα υψηλότερες θερμοκρασίες κάνουν τις υπαίθριες βεράντες λιγότερο ελκυστικές κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η ζέστη γίνεται πρόβλημα ακόμη και τις βραδινές ώρες.

«Θα έρθει η ημέρα που θα πρέπει να δίνουμε στους εργαζομένους άδεια τον Αύγουστο», προειδοποιεί, περιγράφοντας έναν κλάδο που καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το αυξανόμενο κόστος λειτουργίας, τον εντεινόμενο ανταγωνισμό και τις συνέπειες ενός ολοένα θερμότερου καλοκαιριού.