Ισχυρές πιέσεις εξακολουθεί να δέχεται το ελληνικό λιανεμπόριο, με τον πραγματικό κύκλο εργασιών να υποχωρεί κατά 3,7% το β΄ τρίμηνο του 2026 και την πτώση να φτάνει το 6,1% στις μεγάλες επιχειρήσεις. Η ΕΣΕΕ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ενόψει ΔΕΘ και ζητά άμεσα μέτρα για τη μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών.

Με αφορμή την ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών στα καταστήματα λιανικού εμπορίου, εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, κάνει λόγο για «ισχυρούς κλυδωνισμούς» στην αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το β΄ τρίμηνο του 2026 ο κύκλος εργασιών των εμπορικών επιχειρήσεων μειώθηκε σε πραγματικούς όρους κατά 3,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Αντίθετα, σε ονομαστικές τιμές καταγράφηκε αύξηση 1,2%, γεγονός που καταδεικνύει ότι η άνοδος του ονομαστικού τζίρου οφείλεται στις αυξημένες τιμές και όχι στην πώληση περισσότερων προϊόντων.

Ιδιαίτερα έντονη είναι πλέον η πίεση στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες κατέγραψαν πτώση πραγματικών πωλήσεων κατά 6,1%. Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις η υποχώρηση έφτασε το 3,8% και στις μικρές το 3,2%, ενώ στον αντίποδα οι μεσαίες επιχειρήσεις εμφάνισαν αύξηση 2,3%.

Καφούνης: «Εκρηκτικό μείγμα» για το εμπόριο

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ αποδίδει την αρνητική εικόνα στη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, στον συσσωρευμένο πληθωρισμό και στις αυξημένες δαπάνες για διατροφή, στέγαση και ενέργεια.

Παράλληλα, επισημαίνει την αλλαγή του καταναλωτικού μοντέλου και την απορρόφηση σημαντικού μέρους του τζίρου από τις διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες.

Όπως τονίζει ο Σταύρος Καφούνης, η περιορισμένη πρόσβαση σε ρευστότητα, η αύξηση του λειτουργικού κόστους, ο εισαγόμενος αθέμιτος ανταγωνισμός από ηλεκτρονικές πλατφόρμες και οι υψηλές φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις δημιουργούν ένα «εκρηκτικό μείγμα» για τις επιχειρήσεις.

«Η λήψη άμεσων ισχυρών μέτρων για την ουσιαστική ελάφρυνση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, την ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού και την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας δεν αποτελεί απλώς προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξη των επιχειρήσεων, αλλά κρίσιμη παράμετρο για τη βιωσιμότητα και την επιβίωσή τους», υπογραμμίζει.

Πτώση 2,3% στο πρώτο εξάμηνο

Αρνητική είναι η εικόνα και σε επίπεδο εξαμήνου. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 ο πραγματικός κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου συρρικνώθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφάνισαν πτώση 2,8%, ενώ στις ΜμΕ η μείωση διαμορφώθηκε στο 2,1%. Ειδικότερα, ο πραγματικός τζίρος των πολύ μικρών επιχειρήσεων υποχώρησε κατά 3,4% και των μικρών κατά 1,7%. Αντίθετα, οι μεσαίες επιχειρήσεις κατέγραψαν αύξηση 3,7%.

Σε ονομαστικούς όρους, πάντως, ο τζίρος του πρώτου εξαμήνου αυξήθηκε κατά 210,9 εκατ. ευρώ, φτάνοντας τα 13,1 δισ. ευρώ από 12,9 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025.

Πού αυξήθηκε και πού υποχώρησε περισσότερο ο τζίρος

Σε επίπεδο επιμέρους κατηγοριών, τη μεγαλύτερη πραγματική αύξηση στο πρώτο εξάμηνο εμφάνισαν τα ιατρικά και ορθοπεδικά είδη με 10,3%, τα ρολόγια και κοσμήματα με 9,8%, τα σιδηρικά και χρώματα με 6,2% και οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές με 4,8%.

Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη πτώση παρουσίασαν τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα με 10,9%, τα βιβλία με 6,3%, τα καινούργια είδη όπως οπτικά, δώρα, σουβενίρ και είδη τέχνης με 6% και τα έπιπλα και φωτιστικά με 5,7%.

Ο τουρισμός δεν περνά στον τζίρο του εμπορίου

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση της ΕΣΕΕ ότι η ισχυρή τουριστική κίνηση δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη ενίσχυση του εμπορίου.

Το πρώτο εξάμηνο του 2026 η εισερχόμενη τουριστική κίνηση αυξήθηκε κατά 15,4% και οι ταξιδιωτικές εισπράξεις κατά 14,8%. Ωστόσο, οι επιδόσεις αυτές δεν αποτυπώθηκαν στα μεγέθη του λιανεμπορίου.

Η ΕΣΕΕ υπογραμμίζει ως εκ τούτου την ανάγκη για καλύτερη διασύνδεση του εμπορίου με τον τουρισμό και για την προώθηση της Ελλάδας και ως αγοραστικού προορισμού.

Σε περιφερειακό επίπεδο, ο πραγματικός κύκλος εργασιών μειώθηκε το πρώτο εξάμηνο σε όλες τις περιφέρειες της χώρας. Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφηκαν στην Πελοπόννησο (-3,9%), τη Δυτική Ελλάδα (-3,8%) και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (-3,3%).