Νέα έκκληση για αναβολή της εφαρμογής του ευρωπαϊκού συστήματος Entry/Exit System (EES) έως τον Σεπτέμβριο απευθύνει η Ryanair, προειδοποιώντας ότι οι υποδομές στα αεροδρόμια δεν είναι έτοιμες να διαχειριστούν τον αυξημένο όγκο επιβατών της θερινής περιόδου.

Την ανησυχία της για σοβαρές καθυστερήσεις και προβλήματα στους συνοριακούς ελέγχους κατά την κορύφωση των καλοκαιρινών ταξιδιών εκφράζει η Ryanair, καλώντας εκ νέου τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναβάλουν την εφαρμογή του νέου συστήματος ελέγχου εισόδου και εξόδου της Ε.Ε. (Entry/Exit System – EES).

Η αεροπορική εταιρεία υποστηρίζει ότι το σύστημα δεν είναι ακόμη έτοιμο να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε συνθήκες αυξημένης επιβατικής κίνησης, καθώς απαιτεί πρόσθετες διαδικασίες ελέγχου, όπως σάρωση διαβατηρίων, λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και καταγραφή βιομετρικών στοιχείων.

Σύμφωνα με τη Ryanair, πολλά αεροδρόμια αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα εξαιτίας ελλείψεων σε προσωπικό, εξοπλισμό και κατάλληλες υποδομές. Μεταξύ αυτών αναφέρει τα αεροδρόμια της Τενερίφης, της Πάλμα ντε Μαγιόρκα, του Αλικάντε, της Μάλαγα, του Μπέργκαμο, της Κρακοβίας και του Μποβέ στο Παρίσι.

Η εταιρεία προειδοποιεί ότι η εφαρμογή του EES κατά τη διάρκεια της θερινής αιχμής ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγάλες ουρές στους ελέγχους διαβατηρίων, αυξημένες καθυστερήσεις και πιθανές απώλειες πτήσεων για τους ταξιδιώτες.

Παράλληλα, συμβουλεύει τους επιβάτες που ταξιδεύουν προς προορισμούς εκτός της ζώνης Σένγκεν να φτάνουν νωρίτερα στα αεροδρόμια, ώστε να αντιμετωπίσουν τυχόν αυξημένους χρόνους αναμονής.

Ο Chief Operations Officer της Ryanair, Neal McMahon, δήλωσε ότι οι επιβάτες και οι οικογένειες δεν θα πρέπει να μετατραπούν σε «πειραματόζωα» ενός συστήματος που δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί επαρκώς σε περιόδους υψηλής ζήτησης.

Όπως υποστήριξε, η μετάθεση της εφαρμογής του EES για τον Σεπτέμβριο αποτελεί μια απλή λύση που θα μπορούσε να προστατεύσει επιβάτες, αεροδρόμια και αεροπορικές εταιρείες από περιττή ταλαιπωρία κατά την πιο πολυσύχναστη περίοδο του έτους.

Η Ryanair επισημαίνει ότι έχει ήδη απευθυνθεί στις κυβερνήσεις των χωρών που αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο, ζητώντας να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα αναβολής που προβλέπεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, χωρίς ωστόσο – όπως αναφέρει – να έχει υπάρξει μέχρι στιγμής ουσιαστική ανταπόκριση.