
της Στεφανίας Σούκη
Παρά τις πιέσεις που δέχεται η αγορά επαγγελματικών ακινήτων, ο τουρισμός και η κατοικία παραμένουν το δυνατό σημείο του ελληνικού real estate. Οι συναλλαγές σε ξενοδοχεία καταγράφουν από τις υψηλότερες επιδόσεις των τελευταίων ετών, ενώ η ζήτηση για εξοχικές και premium κατοικίες συνεχίζει να προσελκύει ξένα κεφάλαια. Η νέα έρευνα και τα στοιχεία της αγοράς επιβεβαιώνουν ότι η φιλοξενία και η β’ κατοικία αποτελούν σήμερα τους πιο σταθερούς επενδυτικούς πυλώνες.
Σε ξενοδοχεία και κατοικία εντοπίζει γενικότερα το ενδιαφέρον και η τελευταία μελέτη από την Επιτροπή του Real Estate & Development του Ελληνο–αμερικανικού Επιμελητήριου για την αγορά το α’ εξάμηνο και την προοπτική του β’ εξαμήνου, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι αναφορές από τη γνωστή εταιρεία συμβούλων ακινήτων Cushman & Wakefield Proprius.
Σύμφωνα με την εταιρεία, η αγορά φιλοξενίας κατέγραψε σημαντική άνοδο, με συναλλαγές ύψους 850 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025 — από τις υψηλότερες επιδόσεις των τελευταίων ετών — με οδηγό την εξαγορά του Αστέρα Βουλιαγμένης στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σημασία του τουριστικού real estate στην Ελλάδα και την αυξανόμενη ελκυστικότητα του κλάδου για εγχώριους και διεθνείς επενδυτές.
Συνολικά στην ελληνική αγορά το α’ εξάμηνο, η ζήτηση για ακίνητα υψηλών προδιαγραφών (Grade A) ενισχύθηκε σημαντικά, με τις τοποθετήσεις να ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ γενικότερα στον τομέα των επαγγελματικών ακινήτων (γραφεία, καταστήματα, logistics, ξενοδοχεία), παρά τις πιέσεις που καταγράφονται σε επιμέρους κατηγορίες.
Ωστόσο ξεχωρίζει η εξαγορά του 100% του ξενοδοχειακού συγκροτήματος «Αστέρας Βουλιαγμένης» από τον εφοπλιστή κ. Γιώργο Προκοπίου, μία από τις μεγαλύτερες συναλλαγές ιδιωτών στον τομέα της φιλοξενίας των τελευταίων ετών.
Από την πλευρά του, το Ελληνο–αμερικανικό Επιμελητήριο εστιάζει επίσης τη θετική επίδοση της εγχώριας αγοράς ακινήτων το α’ εξάμηνο ειδικά στους τομείς των ξενοδοχείων, της κατοικίας και των εξοχικών/δευτερευουσών κατοικιών, ενώ από την άλλη πλευρά σχολιάζει ότι οι τιμές στις κατοικίες θεωρούνται υπερτιμημένες και οι βιομηχανικοί χώροι κατέγραψαν πτώση αξιών.
«Κύριοι παράγοντες ανάπτυξης ήταν η ισχυρή ζήτηση από ξένους επενδυτές για κατοικίες, η άνοδος του τουρισμού και η αναμόρφωση των αστικών περιοχών. Παρ’ όλα αυτά, η αβεβαιότητα στη νομοθεσία, η αύξηση του κόστους κατασκευής και οι δυσκολίες στην εύρεση προσιτής κατοικίας εξακολουθούν να δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις. Οι κανονισμοί δόμησης εξακολουθούν να επηρεάζουν τις εγκρίσεις αδειών και τη δραστηριότητα στον κατασκευαστικό κλάδο, εντείνοντας την αβεβαιότητα στην αγορά.
Παράλληλα, η προσέλκυση νέων θεσμικών διεθνών επενδυτών και η διευκόλυνση μεγάλων εξαγορών μέσω χαμηλότερου κόστους κεφαλαίου παραμένουν κρίσιμες. Παρότι η αγορά δείχνει γενικά ανθεκτική, υπάρχουν ήδη πρώιμες ενδείξεις πίεσης σε ορισμένες κατηγορίες ακινήτων.
Για τους επόμενους έξι μήνες, αναμένεται θετική πορεία για τα ξενοδοχεία, τις εξοχικές κατοικίες και τα γραφεία, ενώ οι βιομηχανικοί χώροι, τα εμπορικά καταστήματα και τα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης πιθανόν να υστερήσουν. Η θετική αυτή προοπτική βασίζεται στη σταθερότητα του πολιτικού και οικονομικού περιβάλλοντος, στη μεγάλη ζήτηση από ξένους επενδυτές και στην προώθηση μεγάλων αναπτυξιακών έργων. Ωστόσο, τα προβλήματα παραμένουν, όπως το υψηλό κόστος κατασκευής, η αβεβαιότητα στη νομοθεσία γύρω από τις διατάξεις του ΝΟΚ και η έλλειψη εργατικού δυναμικού.»
























