της Εύας Οικονομάκη

Σε πιο συντηρητική διαχείριση του πτητικού της έργου περνά η Aegean, βάζοντας ουσιαστικά στον «πάγο» την αύξηση της χωρητικότητας για το 2027, καθώς το υψηλό κόστος των αεροπορικών καυσίμων και η αβεβαιότητα γύρω από τη ζήτηση αλλάζουν τα δεδομένα για τις ευρωπαϊκές αερομεταφορές.

Η αεροπορική είχε ξεκινήσει το 2026 με σχεδιασμό για αύξηση των διαθέσιμων θέσεων κατά 7%-9% στο σύνολο της χρονιάς και περίπου 6% κατά τη θερινή περίοδο. Οι ανατροπές στη Μέση Ανατολή και κυρίως η άνοδος του ενεργειακού κόστους οδήγησαν, ωστόσο, σε αναθεώρηση του αρχικού πλάνου.

Έτσι, στο γ΄ τρίμηνο η αύξηση των διαθέσιμων χιλιομετρικών θέσεων περιορίστηκε κατά μέσο όρο στο 2%-2,5%, την ώρα που η επιβατική κίνηση μέχρι το τέλος Αυγούστου ενισχύθηκε κατά σχεδόν 5%. Για το τελευταίο τρίμηνο του έτους, η Aegean αναμένει πλέον ουσιαστικά σταθερή χωρητικότητα, με τη μεταβολή των διαθέσιμων θέσεων να κινείται μεταξύ -1% και +1%.

Η ίδια λογική μεταφέρεται και στο 2027. Όπως ανέφερε ο πρόεδρος της Aegean, Ευτύχιος Βασιλάκης, κατά την τηλεδιάσκεψη για τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου, με τα σημερινά δεδομένα δεν προβλέπεται αύξηση των διαθέσιμων χιλιομετρικών θέσεων. Αντίθετα, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού συχνοτήτων σε συγκεκριμένες γραμμές, εφόσον η σχέση ζήτησης και κόστους το επιβάλει.

Η τακτική για τον χειμώνα

Το βάρος πέφτει πλέον στη χειμερινή περίοδο, όταν η οικονομική εξίσωση των δρομολογίων γίνεται δυσκολότερη. Σε αντίθεση με τους θερινούς μήνες, όταν τα υψηλότερα έσοδα ανά πτήση αφήνουν μεγαλύτερο περιθώριο απορρόφησης του κόστους, τον χειμώνα οι χαμηλότεροι ναύλοι καθιστούν το κόστος καυσίμων πολύ πιο κρίσιμο για την απόδοση κάθε γραμμής.

Γι’ αυτό και το δίκτυο θα παρακολουθείται στενότερα, με τη διοίκηση να αφήνει ανοιχτές παρεμβάσεις στις συχνότητες ανάλογα με την εμπορική εικόνα κάθε δρομολογίου.

Η Aegean έχει ήδη αντισταθμίσει περίπου το 65% των αναγκών της σε καύσιμα έως το τέλος του 2026. Για το 2027, όμως, το αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται περίπου στο 15%, και μάλιστα σε επίπεδα τιμών περίπου 20% υψηλότερα σε σχέση με εκείνα στα οποία πραγματοποιήθηκαν οι φετινές καλύψεις. Η διοίκηση εκτιμά ότι οι υψηλές τιμές του jet fuel ενδέχεται να διατηρηθούν για τουλάχιστον δύο έως τρία ακόμη τρίμηνα.

Ρευστότητα και ανταγωνισμός

Η πιο συγκρατημένη πολιτική ως προς τη χωρητικότητα δεν σημαίνει, πάντως, ότι η Aegean προτίθεται να αφήσει χώρο στον ανταγωνισμό. Η εξέλιξη του πτητικού προγράμματος θα εξαρτηθεί και από τη στάση των υπόλοιπων αεροπορικών εταιρειών.

Εάν ο ευρωπαϊκός κλάδος κινηθεί επίσης προς περιορισμό της προσφοράς, η Aegean θα διατηρήσει τον συντηρητικό σχεδιασμό της. Εάν, αντίθετα, υπάρξουν πιο επιθετικές κινήσεις από ανταγωνιστές, η διοίκηση δηλώνει έτοιμη να προστατεύσει την παρουσία της σε δρομολόγια, slots και αγορές όπου έχει στρατηγικό ενδιαφέρον.

Σε αυτή τη δυνατότητα συμβάλλει και η ισχυρή ρευστότητα του ομίλου. Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα βρίσκονται στην περιοχή των 956-960 εκατ. ευρώ, περίπου 100 εκατ. ευρώ υψηλότερα σε ετήσια βάση, παρέχοντας μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας.

Νεότερος στόλος και A321LR

Παράλληλα, προχωρά η ανανέωση του στόλου, καθώς σταδιακά αποκλιμακώνεται το πρόβλημα με τις επιθεωρήσεις των κινητήρων GTF της Pratt & Whitney. Από 14-15 αεροσκάφη που βρίσκονταν καθηλωμένα την περίοδο Φεβρουαρίου – Απριλίου, ο αριθμός μειώθηκε στα 10 στην κορύφωση του καλοκαιριού. Η διοίκηση αναμένει περαιτέρω βελτίωση το 2027 και εξάλειψη του συγκεκριμένου προβλήματος έως το τέλος της χρονιάς.

Ταυτόχρονα, η Aegean προχωρά στην αποχώρηση παλαιότερων αεροσκαφών, χωρίς να σχεδιάζει την ανανέωση των μισθώσεων περίπου επτά ceo που λήγουν μέσα στον επόμενο χρόνο.

Η επόμενη φάση της στρατηγικής δεν αφορά, όμως, μόνο το μέγεθος του στόλου αλλά και την ποιότητα του προϊόντος. Από το πρώτο εξάμηνο του 2027 αναμένεται η ένταξη των A321LR, τα οποία θα προσφέρουν μεγαλύτερη εμβέλεια και αναβαθμισμένη ταξιδιωτική εμπειρία, μεταξύ άλλων με πιο ολοκληρωμένο προϊόν Business Class.

Με αυτόν τον τρόπο, η Aegean επιλέγει για την επόμενη περίοδο λιγότερη έμφαση στην αύξηση της προσφοράς και μεγαλύτερη στην αποδοτικότητα, στην ανανέωση του στόλου και στην αξία του προϊόντος, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα να προσαρμόσει γρήγορα τη στρατηγική της εφόσον αλλάξουν οι συνθήκες της αγοράς.