Ισχυρή παρέμεινε η πορεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων στην Ελλάδα το επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026, καταγράφοντας αύξηση 12% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank.

Ο τουρισμός ενισχύει περαιτέρω τη συμβολή του στο εξωτερικό ισοζύγιο υπηρεσιών, αν και η άνοδος των εισπράξεων εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στην αύξηση της ταξιδιωτικής κίνησης και λιγότερο στη μέση δαπάνη ανά ταξίδι.

Στο σύνολο του επταμήνου, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν σε 13,5 δισ. ευρώ, έναντι 12,1 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Οι ταξιδιωτικές πληρωμές αυξήθηκαν κατά 14,7%, στα 2,3 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου να διευρυνθεί κατά 11,5%, φθάνοντας τα 11,2 δισ. ευρώ.

Κύριος μοχλός της αύξησης των εισπράξεων ήταν η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση, η οποία διαμορφώθηκε στα 20 εκατ. ταξιδιώτες, από 18,5 εκατ. το επτάμηνο του 2025, σημειώνοντας άνοδο 8,6%.

Αντίθετα, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι κινήθηκε με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό, αυξημένη κατά 2,9%, στα 642,5 ευρώ. Την ίδια περίοδο, οι τιμές στην κατηγορία ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια αυξήθηκαν κατά 5,4%, εξέλιξη που, σύμφωνα με την ανάλυση, αποτελεί ένδειξη ασθενέστερης πορείας της ταξιδιωτικής δαπάνης σε πραγματικούς όρους.

Ιούλιος: Λιγότεροι ταξιδιώτες, αλλά υψηλότερη δαπάνη

Διαφορετική ήταν η εικόνα τον Ιούλιο. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφθασαν τα 4,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 7,2% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Οι ταξιδιωτικές πληρωμές διαμορφώθηκαν στα 400 εκατ. ευρώ, με άνοδο 23%, ενώ το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου ενισχύθηκε κατά 5,9%, στα 4,3 δισ. ευρώ.

Η αύξηση των εσόδων τον συγκεκριμένο μήνα προήλθε από την υψηλότερη μέση δαπάνη και όχι από περισσότερες αφίξεις. Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε κατά 10%, στα 685,4 ευρώ από 623,1 ευρώ τον Ιούλιο του 2025, την ώρα που η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση μειώθηκε κατά 3,1%, στα 6,6 εκατ. ταξιδιώτες από 6,8 εκατ.

Μέρος της αύξησης της μέσης δαπάνης εκτιμάται ότι συνδέεται με τις υψηλότερες τιμές, καθώς ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην κατηγορία ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια αυξήθηκε κατά 4,2% τον Ιούλιο. Η Eurobank επισημαίνει, ωστόσο, ότι ο συγκεκριμένος δείκτης δεν καλύπτει το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στην ταξιδιωτική δαπάνη.

Το 91,4% του πλεονάσματος των υπηρεσιών από το ταξιδιωτικό ισοζύγιο

Η ανάλυση αναδεικνύει και τη σημαντική ενίσχυση της βαρύτητας του τουρισμού για το εξωτερικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την κρίση χρέους.

Σε όρους κυλιόμενου 12μήνου έως τον Ιούλιο του 2026, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου αντιστοιχούσε στο 91,4% του συνολικού πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών, έναντι μέσου όρου 61,9% κατά την πενταετία πριν από την κρίση χρέους.

Ταυτόχρονα, το ταξιδιωτικό πλεόνασμα αντιστάθμιζε το 66,8% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, όταν την περίοδο Ιουλίου 2003–Ιουλίου 2008 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 26,1%.

Η Eurobank επισημαίνει ότι η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο του τουρισμού στις εξαγωγές υπηρεσιών. Παράλληλα, όμως, η αυξημένη συγκέντρωση του πλεονάσματος των υπηρεσιών στον τουρισμό συνεπάγεται μεγαλύτερη έκθεση σε ενδεχόμενες διαταραχές που πλήττουν ειδικά την τουριστική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η ενίσχυση της πραγματικής ταξιδιωτικής δαπάνης, με μεγαλύτερη συμβολή της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι και όχι μόνο της αύξησης των επισκεπτών, σε συνδυασμό με μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εξαγωγών υπηρεσιών, θα μπορούσε να ενισχύσει τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του εξωτερικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.