Χωρίς να προκύψουν ενδείξεις ποινικών ευθυνών ολοκληρώθηκε η προκαταρκτική έρευνα των εισαγγελικών αρχών του Μονάχου για τη χρεοκοπία του FTI Group. Η κατάρρευση του γερμανικού τουριστικού ομίλου το 2024 είχε προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στην ευρωπαϊκή ταξιδιωτική αγορά, επηρεάζοντας χιλιάδες ταξιδιώτες και συνεργάτες.

 

Τέλος στην ποινική διερεύνηση της υπόθεσης του FTI Group έβαλε η Εισαγγελία του Μονάχου, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν αδικήματα όπως η καθυστερημένη κήρυξη πτώχευσης ή η απάτη κατά τη σύναψη συμβάσεων.

Η έρευνα ξεκίνησε μετά την κατάρρευση του γερμανικού ταξιδιωτικού ομίλου, ο οποίος υπέβαλε αίτηση πτώχευσης στις 3 Ιουνίου 2024, σε μία από τις μεγαλύτερες χρεοκοπίες που έχει γνωρίσει ο γερμανικός τουριστικός κλάδος. Λίγες ημέρες αργότερα, η εταιρεία ανακοίνωσε την οριστική διακοπή όλων των ταξιδιωτικών δραστηριοτήτων και την ακύρωση των κρατήσεων που είχαν πραγματοποιηθεί.

Η υπόθεση εξετάστηκε τόσο λόγω καταγγελιών που υποβλήθηκαν στις εισαγγελικές αρχές όσο και στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας που ακολουθείται σε κάθε μεγάλη εταιρική πτώχευση. Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, τα δικαστήρια πτωχεύσεων οφείλουν να ενημερώνουν τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, οι οποίες διερευνούν αν υπάρχουν ενδείξεις για παραβάσεις της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας.

Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των οικονομικών στοιχείων και των συνθηκών που οδήγησαν στην πτώχευση, οι εισαγγελείς κατέληξαν ότι δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για αξιόποινες πράξεις εκ μέρους της διοίκησης της εταιρείας. Ως εκ τούτου, η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.

Παρά την ολοκλήρωση της ποινικής διερεύνησης, οι συνέπειες της κατάρρευσης του FTI εξακολουθούν να επηρεάζουν μεγάλο αριθμό ταξιδιωτών. Πολλοί πελάτες συνεχίζουν να διεκδικούν αποζημιώσεις και επιστροφές χρημάτων, ενώ παραμένουν σε εκκρεμότητα υποθέσεις που σχετίζονται με απαιτήσεις έναντι του Γερμανικού Ταμείου Προστασίας Ταξιδιωτών (DRSF).

Η πτώχευση του FTI προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή τουριστική βιομηχανία, επηρεάζοντας χιλιάδες ταξιδιωτικά γραφεία, ξενοδοχεία, αεροπορικές εταιρείες και συνεργαζόμενους προμηθευτές σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, όπου ο όμιλος διατηρούσε ισχυρή παρουσία μέσω συμβολαίων με ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τουριστικούς προορισμούς.