
Σημαντική ώθηση στην παραγωγή βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων (SAF) θα μπορούσαν να δώσουν οι επιχειρήσεις τα επόμενα χρόνια, συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης των αερομεταφορών.
Νέα μελέτη των IATA, Airbus και Accenture εκτιμά ότι η εταιρική ζήτηση μπορεί να στηρίξει από 1 έως 1,9 εκατ. τόνους SAF έως το 2030, υπό την προϋπόθεση ότι θα αντιμετωπιστούν τα εμπόδια του υψηλού κόστους και της πολυπλοκότητας των αγορών.
Η εκτίμηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η παγκόσμια παραγωγή SAF παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις ανάγκες της αεροπορικής βιομηχανίας. Για το 2026 αναμένεται να φτάσει μόλις τους 2,4 εκατ. τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 0,8% της συνολικής κατανάλωσης αεροπορικών καυσίμων.
Παράλληλα, το SAF εξακολουθεί να κοστίζει δύο έως τρεις φορές περισσότερο από τα συμβατικά καύσιμα αεροσκαφών, γεγονός που δυσκολεύει την ταχύτερη διείσδυσή του στην αγορά.
Από τους 323.000 τόνους σε δυνητική ζήτηση 1,9 εκατ. τόνων
Η μελέτη SAF Environmental Attribute Certificate (EAc) Market εξετάζει τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι επιχειρήσεις στην ανάπτυξη της αγοράς βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων.
Το 2024, οι εταιρικές αγορές εκτιμάται ότι στήριξαν περίπου 323.000 τόνους SAF. Μέχρι το 2030, η αντίστοιχη ποσότητα θα μπορούσε να υπερτριπλασιαστεί ή ακόμη και να προσεγγίσει το εξαπλάσιο, ανάλογα με τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν.
Η προοπτική αυτή δεν αποτελεί πρόβλεψη εξασφαλισμένης παραγωγής, αλλά εκτίμηση της ζήτησης που θα μπορούσε να κινητοποιηθεί από εταιρείες οι οποίες επιδιώκουν να περιορίσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των επαγγελματικών ταξιδιών και των αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων τους.
Πώς μπορούν να συμμετέχουν οι επιχειρήσεις
Στο επίκεντρο βρίσκεται η αγορά πιστοποιητικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών SAF, γνωστών ως Environmental Attribute Certificates (EAc).
Μέσω ενός συστήματος book-and-claim, μια επιχείρηση μπορεί να χρηματοδοτήσει τη χρήση βιώσιμου αεροπορικού καυσίμου και, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, να διεκδικήσει την αναγνώριση του αντίστοιχου οφέλους στη λογιστική καταγραφή των έμμεσων εκπομπών της.
Το σημαντικό είναι ότι το SAF δεν χρειάζεται απαραίτητα να χρησιμοποιηθεί στην πτήση με την οποία ταξιδεύουν οι εργαζόμενοι της συγκεκριμένης εταιρείας.
Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρήσεις που πραγματοποιούν επαγγελματικά ταξίδια ή χρησιμοποιούν υπηρεσίες αεροπορικών εμπορευματικών μεταφορών μπορούν να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση της αγοράς SAF, ακόμη και όταν το καύσιμο δεν είναι διαθέσιμο στα αεροδρόμια που εξυπηρετούν τις δραστηριότητές τους.
Η αναγνώριση των σχετικών μειώσεων εκπομπών προϋποθέτει, ωστόσο, σαφείς λογιστικούς κανόνες και αξιόπιστη παρακολούθηση, ώστε να αποφεύγεται η διπλή καταμέτρηση των περιβαλλοντικών οφελών.
Το υψηλό κόστος παραμένει βασικό εμπόδιο
Παρά το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων, η συμμετοχή τους στην αγορά παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με τη μελέτη, μόλις το 15% περίπου των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα αγοράζει σήμερα SAF μέσω των σχετικών μηχανισμών.
Το κόστος των πιστοποιητικών κυμαίνεται γενικά μεταξύ 150 και 500 δολαρίων ανά τόνο ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα που αποφεύγεται, ενώ οι επιχειρήσεις δηλώνουν πρόθυμες να πληρώσουν ποσά κοντά στα 300 δολάρια.
Οι αεροπορικές εταιρείες αποτελούν το βασικό κανάλι διάθεσης των πιστοποιητικών, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 53% των εταιρικών αγορών.
Η Marie Owens Thomsen, ανώτερη αντιπρόεδρος Βιωσιμότητας και επικεφαλής οικονομολόγος της IATA, τόνισε ότι οι αεροπορικές εταιρείες δεν μπορούν να επωμιστούν μόνες τους το κόστος επέκτασης της παραγωγής SAF.
Όπως επισήμανε, η συμμετοχή των εταιρικών πελατών μπορεί να διευρύνει τη χρηματοδοτική βάση της αγοράς, αρκεί οι επιχειρήσεις να γνωρίζουν ότι οι δαπάνες τους θα αναγνωρίζονται με αξιόπιστο και διαφανή τρόπο.
Τρεις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της αγοράς
Οι IATA, Airbus και Accenture εντοπίζουν τρεις βασικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη συμμετοχή περισσότερων επιχειρήσεων:
– Σαφείς και ενιαίοι λογιστικοί κανόνες, ώστε να αναγνωρίζονται οι μειώσεις εκπομπών που συνδέονται με τις αγορές πιστοποιητικών.
– Διαφανή συστήματα παρακολούθησης, τα οποία θα αποτρέπουν τη διπλή καταμέτρηση και θα διασφαλίζουν την αξιοπιστία των περιβαλλοντικών ισχυρισμών.
– Απλούστερες διαδικασίες αγοράς, με μεγαλύτερη διαφάνεια στις τιμές, μικρότερες ελάχιστες ποσότητες και συμβάσεις μικρότερης διάρκειας.
Ο Julien Manhes, αντιπρόεδρος Ανάπτυξης Βιώσιμων Αεροπορικών Καυσίμων και Απομάκρυνσης Διοξειδίου του Άνθρακα της Airbus, υπογράμμισε ότι η εταιρική ζήτηση μπορεί να προσφέρει στους παραγωγούς το απαραίτητο σήμα για την επιτάχυνση των επενδύσεων.
Από την πλευρά της Accenture, ο Jesko Neuenburg επισήμανε ότι πολλές επιχειρήσεις περιμένουν να μειωθούν οι τιμές, να αποσαφηνιστούν οι κανόνες καταγραφής των εκπομπών και να απλοποιηθεί η διαδικασία προμήθειας.
Απαραίτητη και η κρατική στήριξη
Παρά τη δυναμική που καταγράφει η μελέτη, η αύξηση της εταιρικής συμμετοχής δεν επαρκεί από μόνη της για την κάλυψη των αναγκών της αεροπορικής βιομηχανίας.
Η IATA επισημαίνει ότι παραμένουν αναγκαία η κρατική υποστήριξη, τα κατάλληλα οικονομικά κίνητρα και η σημαντική επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας.
Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι να μετατραπεί το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων σε πραγματικές δεσμεύσεις αγοράς, οι οποίες θα βοηθήσουν στη χρηματοδότηση νέων μονάδων παραγωγής και στη σταδιακή μείωση του κόστους.
Η ανάπτυξη μιας αξιόπιστης αγοράς πιστοποιητικών SAF θα μπορούσε έτσι να διευρύνει τη συμμετοχή στην προσπάθεια απανθρακοποίησης των αερομεταφορών, πέρα από τις ίδιες τις αεροπορικές εταιρείες.























