
Αυξημένες πιέσεις στο λειτουργικό κόστος «βλέπει» η Ryanair για τη νέα οικονομική χρήση 2026-2027, την ώρα που η ζήτηση για αεροπορικά ταξίδια στην Ευρώπη παραμένει ανθεκτική παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή.
Η μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους στην Ευρώπη προειδοποίησε ότι τα συνολικά της κόστη ενδέχεται να αυξηθούν κατά μεσαίο μονοψήφιο ποσοστό το επόμενο διάστημα, εξαιτίας των υψηλών τιμών καυσίμων, των περιβαλλοντικών φόρων της ΕΕ, του αυξημένου κόστους συντήρησης αλλά και σημαντικών αυξήσεων στις αποδοχές πληρωμάτων.
Παρά τις πιέσεις αυτές, ο όμιλος ανακοίνωσε ότι η ταξιδιωτική ζήτηση παραμένει «robust», με τον διευθύνοντα σύμβουλο Μάικλ Ο’Λίρι να σημειώνει πως οι κρατήσεις συνεχίζονται με θετικό ρυθμό, αν και οι ταξιδιώτες πλέον κλείνουν πιο κοντά στην ημερομηνία αναχώρησης σε σχέση με πέρυσι.
Η εταιρεία ανέφερε πως οι τιμές των εισιτηρίων για το φετινό καλοκαίρι κινούνται συνολικά στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από τις τιμές πετρελαίου, οι φόβοι για ελλείψεις καυσίμων και οι πληθωριστικές πιέσεις επηρεάζουν την καταναλωτική συμπεριφορά.
Η Ryanair εκτιμά ότι η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και οι εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να δημιουργούν μεταβλητότητα στην αγορά καυσίμων, αν και –όπως σημειώνει– η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει επαρκείς προμήθειες jet fuel μέσω εναλλακτικών αγορών όπως η Δυτική Αφρική, η Αμερική και η Νορβηγία.
Σε οικονομικό επίπεδο, η εταιρεία ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 2,26 δισ. ευρώ για τη χρήση που ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο, σημειώνοντας άνοδο 40% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η επιβατική κίνηση αυξήθηκε κατά 4%, φτάνοντας τα 208 εκατ. επιβάτες, παρά τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις νέων αεροσκαφών Boeing.
Για το 2027, η Ryanair προβλέπει περαιτέρω αύξηση της επιβατικής κίνησης στα 216 εκατ. επιβάτες, ενώ συνεχίζει την επέκταση του δικτύου της με 130 νέα καλοκαιρινά δρομολόγια και νέες βάσεις σε προορισμούς όπως το Μαρόκο, η Αλβανία και η Ιταλία.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία δηλώνει ότι απομακρύνει χωρητικότητα από αγορές με υψηλή φορολογία αερομεταφορών, όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και η Αυστρία, στρέφοντας μεγαλύτερο βάρος σε χώρες που προσφέρουν κίνητρα ανάπτυξης και χαμηλότερες χρεώσεις αεροδρομίων και αεροπορικών φόρων.





















