Σε επέκταση των δραστηριοτήτων της στο αεροδρόμιο Μέμινγκεν της Γερμανίας προχωρά η Ryanair, ανακοινώνοντας την προσθήκη τέταρτου αεροσκάφους στη βάση της και την πραγματοποίηση 25 δρομολογίων κατά τη χειμερινή περίοδο 2026–2027. Η επένδυση, συνολικής αξίας 400 εκατ. δολαρίων, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αεροπορική εταιρεία περιορίζει τη δραστηριότητά της σε άλλα γερμανικά αεροδρόμια, επικαλούμενη το υψηλό λειτουργικό κόστος.

Σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, η Ryanair αναμένει ότι η επιβατική κίνηση στο Μέμινγκεν θα ξεπεράσει τους 700.000 επιβάτες κατά τη φετινή χειμερινή περίοδο, σημειώνοντας αύξηση 21% σε σύγκριση με τον προηγούμενο χειμώνα.

Η ανάπτυξη της βάσης αναμένεται επίσης, σύμφωνα με την εταιρεία, να υποστηρίξει περισσότερες από 1.600 θέσεις εργασίας στην ευρύτερη περιοχή.

Δύο νέες συνδέσεις με Ιταλία και Αλβανία

Το χειμερινό πρόγραμμα της Ryanair περιλαμβάνει συνολικά 25 δρομολόγια, με δύο νέες συνδέσεις προς την Κατάνια της Σικελίας και τα Τίρανα της Αλβανίας.

Η προσθήκη του τέταρτου αεροσκάφους ενισχύει τη διαθέσιμη χωρητικότητα και καθιστά το Μέμινγκεν μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες βάσεις της Ryanair στη Γερμανία.

Το αεροδρόμιο, που βρίσκεται στη Βαυαρία, αποτελεί σημαντική περιφερειακή πύλη αεροπορικών μετακινήσεων, εξυπηρετώντας τόσο ταξιδιώτες αναψυχής όσο και επιβάτες που μετακινούνται μεταξύ της Γερμανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Η εταιρεία αποδίδει την απόφασή της για περαιτέρω ανάπτυξη στο ανταγωνιστικό επίπεδο των αεροδρομιακών χρεώσεων και στην αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του αεροδρομίου.

Επέκταση στο Μέμινγκεν, περικοπές σε άλλα γερμανικά αεροδρόμια

Η ανακοίνωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ryanair εξακολουθεί να ασκεί κριτική στο κόστος των αερομεταφορών στη Γερμανία.

Παρά την ενίσχυση της παρουσίας της στο Μέμινγκεν, η εταιρεία έχει προχωρήσει σε περιορισμό της προσφοράς της σε άλλες περιοχές της χώρας, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλοί φόροι και οι χρεώσεις αεροδρομίων, ασφάλειας και ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας αποθαρρύνουν τις επενδύσεις.

Σύμφωνα με τη Ryanair, η περίπτωση του Μέμινγκεν αποδεικνύει ότι τα περιφερειακά αεροδρόμια μπορούν να προσελκύσουν πρόσθετη αεροπορική δραστηριότητα όταν προσφέρουν ανταγωνιστικές οικονομικές και επιχειρησιακές συνθήκες.

Η εταιρεία καλεί εκ νέου τη γερμανική κυβέρνηση να καταργήσει τον φόρο αεροπορικών μεταφορών και να μειώσει στο μισό το κόστος πρόσβασης στα αεροδρόμια.

Ryanair: Δυνατότητα για επιπλέον επενδύσεις 3 δισ. δολαρίων

Στο πλαίσιο των αιτημάτων της προς τη γερμανική κυβέρνηση, η Ryanair υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να επενδύσει επιπλέον 3 δισ. δολάρια στη χώρα, εφόσον διαμορφωθούν πιο ανταγωνιστικές συνθήκες λειτουργίας.

Το ενδεχόμενο αναπτυξιακό σχέδιο περιλαμβάνει την προσθήκη 30 αεροσκαφών, την αύξηση της επιβατικής κίνησης κατά περισσότερους από 34 εκατ. επιβάτες και τη δημιουργία άνω των 1.000 νέων θέσεων εργασίας στην ίδια την εταιρεία έως το 2034.

Πρόκειται για προοπτικές που η Ryanair συνδέει άμεσα με την υλοποίηση των φορολογικών και κανονιστικών αλλαγών που ζητά, και όχι για ήδη οριστικοποιημένες επενδύσεις.

«Το Μέμινγκεν δείχνει ότι η ανάπτυξη είναι εφικτή»

Ο επικεφαλής Επικοινωνίας της Ryanair για τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ελβετία, Marcel Pouchain Meyer, αναφέρθηκε στη σημασία της επέκτασης της βάσης και στις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης των περιφερειακών αεροδρομίων.

Όπως σημείωσε, η προσθήκη τέταρτου αεροσκάφους, οι 25 συνδέσεις και η προβλεπόμενη αύξηση της επιβατικής κίνησης ενισχύουν τη θέση του Μέμινγκεν στο γερμανικό δίκτυο της εταιρείας.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ryanair διαθέτει τόσο τα αεροσκάφη όσο και την επιβατική ζήτηση για να επεκταθεί και σε άλλα γερμανικά αεροδρόμια, εφόσον μειωθούν οι φορολογικές και λειτουργικές επιβαρύνσεις.

Με αφορμή την παρουσίαση του νέου χειμερινού προγράμματος, η αεροπορική εταιρεία ανακοίνωσε επίσης προσφορά εισιτηρίων με ναύλους από 29,99 ευρώ, διαθέσιμη μέσω της εφαρμογής της.

Η ενίσχυση της βάσης στο Μέμινγκεν αναδεικνύει τη στρατηγική της Ryanair να κατευθύνει τη διαθέσιμη χωρητικότητα και τις επενδύσεις της προς αεροδρόμια που θεωρεί περισσότερο ανταγωνιστικά, διατηρώντας παράλληλα την πίεση προς τη γερμανική κυβέρνηση για αλλαγές στο κόστος των αερομεταφορών.