της Σοφίας Γκιαούρη

Σε νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα εκτινάχθηκαν οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων στην Ευρώπη τον Οκτώβριο, καταγράφοντας αύξηση 114% σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Η εξέλιξη εντείνει τις πιέσεις στο λειτουργικό κόστος των αεροπορικών εταιρειών και προκαλεί ανησυχία για τις επιπτώσεις στα αεροπορικά εισιτήρια και στη ζήτηση για ταξίδια.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Eurocontrol, η μέση τιμή των αεροπορικών καυσίμων διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο στα 4,84 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι 2,26 δολαρίων τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2026.

Πρόκειται για την υψηλότερη μηνιαία τιμή από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, ξεπερνώντας ακόμη και τα επίπεδα του Μαρτίου και του Απριλίου, όταν είχαν καταγραφεί οι προηγούμενες κορυφώσεις μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν.

Στις 27 Οκτωβρίου, η τιμή των καυσίμων έφτασε τα 4,93 δολάρια ανά γαλόνι, σημειώνοντας περαιτέρω αύξηση 2,1% μέσα σε δύο εβδομάδες.

Ανησυχία για το κόστος των πτήσεων

Η παρατεταμένη άνοδος των τιμών δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για τις αεροπορικές εταιρείες, καθώς τα καύσιμα αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του λειτουργικού τους κόστους.

Ήδη, αερομεταφορείς όπως οι American Airlines, Air Canada, JetBlue και United Airlines έχουν προειδοποιήσει για τις οικονομικές επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στις δραστηριότητές τους.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί εκτιμήσεις ότι οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων ενδέχεται να παραμείνουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για τους επόμενους έξι έως δώδεκα μήνες.

Για την ευρωπαϊκή ταξιδιωτική αγορά, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη διαμόρφωση των ναύλων και τον προγραμματισμό της αεροπορικής χωρητικότητας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι εταιρείες διαμορφώνουν τα προγράμματά τους για τους επόμενους μήνες.

IATA: Υποχώρηση της επιβατικής ζήτησης τον Σεπτέμβριο

Τα στοιχεία για το αυξημένο κόστος των καυσίμων δημοσιοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια αεροπορική αγορά εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης.

Σύμφωνα με την IATA, η συνολική επιβατική ζήτηση μειώθηκε κατά 0,5% τον Σεπτέμβριο, με τις αδυναμίες να εντοπίζονται κυρίως στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αμερική.

Ωστόσο, η εικόνα ήταν βελτιωμένη σε σχέση με τον Αύγουστο, καθώς οι περισσότερες διεθνείς αγορές επέστρεψαν σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η επικεφαλής οικονομολόγος της IATA, Marie Owens Thomsen, επισήμανε ότι οι διακυμάνσεις αυτές έχουν επαναληφθεί σε μεγάλο μέρος του έτους και είναι πιθανό να συνεχιστούν, λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και της αστάθειας στις τιμές των καυσίμων.

Όπως ανέφερε, η προγραμματισμένη παγκόσμια προσφορά αεροπορικών θέσεων αναμένεται να παραμείνει τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο υψηλότερη από τα επίπεδα του 2025, ωστόσο οι ρυθμοί αύξησης είναι περιορισμένοι και παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών.

Μειωμένες πτήσεις στην Ευρώπη λόγω κακοκαιρίας

Στην τελευταία εβδομαδιαία ανασκόπηση του Eurocontrol καταγράφονται επίσης εκτεταμένα προβλήματα στις αεροπορικές μετακινήσεις στη Βόρεια και τη Δυτική Ευρώπη, εξαιτίας των καταιγίδων Austen και Boelo, μεταξύ 23 και 25 Οκτωβρίου.

Το ευρωπαϊκό δίκτυο κατέγραψε κατά μέσο όρο 32.480 πτήσεις ημερησίως, αριθμός μειωμένος κατά 2,3% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά αυξημένος κατά 0,7% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Η δραστηριότητα των δέκα μεγαλύτερων αεροπορικών εταιρειών υποχώρησε κατά μέσο όρο 1,3% σε εβδομαδιαία βάση.

Η Pegasus ήταν η μοναδική εταιρεία της συγκεκριμένης ομάδας που σημείωσε αύξηση, κατά 1%, ενώ ο όμιλος KLM κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση, της τάξης του 4%.

Παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, οι δείκτες συνέπειας των πτήσεων εμφανίστηκαν βελτιωμένοι σε ετήσια βάση. Η συνέπεια στις αφίξεις διαμορφώθηκε στο 73,5% και στις αναχωρήσεις στο 69,4%, ενώ οι καθυστερήσεις κατά τη διαδρομή μειώθηκαν κατά 12% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα.

Η ταυτόχρονη πίεση από το ενεργειακό κόστος, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις διαταραχές των πτήσεων διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τις ευρωπαϊκές αερομεταφορές, με πιθανές συνέπειες και για το κόστος των ταξιδιών τους επόμενους μήνες.