
Σε διαπιστώσεις για το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας κατέληξε πάνελ, στο πλαίσιο του ετήσιου Συνεδρίου με τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Ο Γιώργος Βερνίκος, Γενικός Γραμματέας ΣΕΤΕ, Πρόεδρος ΙΝΣΕΤΕ, Μέλος της Ευρωπαϊκής ΟΚΕ, Μέλος και πρώην Πρόεδρος ΟΚΕ και Πρεσβευτής στο European Climate Pact, στάθηκε στην ταχύτατη εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης και πώς θα πρέπει να ανταποκριθεί η κοινωνία στις νέες αυτές προκλήσεις με στόχο τη λειτουργία της δημοκρατίας, τις εγγυήσεις του Κράτους δικαίου, την πραγματική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας, τη ριζική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και τη γενναία και τη διορατική υποστήριξη του ερευνητικού οικοσυστήματος.
Το πιο χαρακτηριστικό σημείο της παρέμβασής του αφορούσε την παραγωγικότητα των μικρών ελληνικών επιχειρήσεων. Σε επιχειρήσεις έως 10 ατόμων, η παραγόμενη εργασία στην Ευρώπη φτάνει τις 43.600 ευρώ, με την Ελλάδα να βρίσκεται στις 14.100. Ακόμη και στις επιχειρήσεις έως 250 εργαζομένων, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται 65.000 ευρώ έναντι 39.000 ευρώ στην Ελλάδα. «Στην Ελλάδα σχετικά με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ στα λόγια όλοι τονίζουν τη σημασία τους, στην πράξη αντιμετωπίζουν ένα δυστοπικό περιβάλλον, παρά τη βελτίωση σε ορισμένους οικονομικούς δείκτες», ανέφερε.
Στον τουρισμό εμφανίστηκε αισιόδοξος, τονίζοντας ότι έχει αναδειχθεί σε κεντρικός σταθεροποιητής και μοχλός ανάπτυξης για τη χώρα. Χαρακτηριστικά το 2025 είχαμε 43,3 εκατ. αφίξεις με 23,6 δισ. ευρώ εισπράξεις, ενώ σύμφωνα με το δείκτη ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum, ο τουρισμός βρίσκεται στην 21η θέση, ενώ συνολικά η ελληνική οικονομία στην 59η θέση. «Πρέπει να γίνουμε καλύτεροι εκεί που ήδη είμαστε καλοί», υπογράμμισε στο τέλος ο κ. Βερνίκος.

Από την πλευρά του, ο Κώστας Μητρόπουλος, Σύμβουλος Επιχειρήσεων, αναγνώρισε ότι η χώρα έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, αλλά διερωτήθηκε αν είναι και δυναμική. «Το βασικό πρόβλημα της χώρας είναι ότι δεν μπορεί να επενδύσει στο μέλλον της – κυριολεκτώ με την έννοια του δεν μπορεί», είπε χαρακτηριστικά και παρουσίασε το εξής στοιχείο: το σωρευτικό επενδυτικό κενό από το 2013 έως σήμερα φτάνει το 1 τρισ. ευρώ, ενώ κάθε χρόνο λείπουν 17 δισ. προκειμένου η Ελλάδα να βρεθεί στο επίπεδο επένδυσης του ευρωπαϊκού μέσου όρου (22% του ΑΕΠ) – όταν οι ΗΠΑ επενδύουν 24% και η Κίνα 42%. «Η χώρα είναι ανθεκτική, δεν έχει δυναμική. Ζούμε μια περίοδο όχι κακή, αλλά μίζερη», κατέληξε.
Ο Ηλίας Παπαϊωάννου, Καθηγητής Οικονομικών στο London Business School και Εταίρος της Βρετανικής Ακαδημίας, ο οποίος συμμετείχε διαδικτυακά, υπενθύμισε ότι η Ελλάδα είναι σήμερα η δεύτερη φτωχότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με τη Βουλγαρία, ενώ οι Βαλτικές χώρες, που πριν 30 χρόνια είχαν υπερδιπλάσιο κατά κεφαλήν εισόδημα, έχουν πλέον ξεπεράσει τη χώρα μας. Η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο παραμένει στα επίπεδα του 2000.
Όπως τόνισε, για χώρες που ανακάμπτουν από βαθιά κρίση, η οικονομική θεωρία προβλέπει ρυθμούς ανάπτυξης πολύ υψηλότερους του 2% για 5 έως 9 χρόνια, κάτι που δεν συνέβη στην Ελλάδα, με ρυθμούς 1% την περίοδο 2016-2019 και περίπου 2% την περίοδο 2022-2026, παρά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, το Ταμείο Ανάκαμψης και τη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Τέλος, δήλωσε ότι, μακροπρόθεσμα, «η ανάπτυξη έρχεται μέσα από καινοτομία και την ανακατανομή κεφαλαίου από μικρές, μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις προς πιο παραγωγικές».
Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Δήμητρα Καδδά.






















