
Του Χάρη Ντιγριντάκη
Η συνεχιζόμενη άνοδος του κόστους των υπηρεσιών υγείας αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ασφαλιστική αγορά, επηρεάζοντας άμεσα τα ασφάλιστρα των προγραμμάτων Υγείας.
Όπως επισημαίνει η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν διαμορφώνουν το κόστος της περίθαλψης, αλλά καλούνται να το καλύψουν μέσω των αποζημιώσεων που καταβάλλουν στους ασφαλισμένους τους.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις λειτουργούν υπό το αυστηρό ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο Solvency II, το οποίο απαιτεί τη διατήρηση επαρκών κεφαλαίων ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα κάλυψης των υποχρεώσεών τους.
Όταν οι αποζημιώσεις αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από τα ασφάλιστρα, οι εταιρείες υποχρεώνονται είτε να αναπροσαρμόσουν τα τιμολόγιά τους είτε να ενισχύσουν σημαντικά τα κεφάλαιά τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, το 2024 οι αποζημιώσεις υγείας αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2023, καταγράφοντας άνοδο 21%. Παράλληλα, η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων υγείας την περίοδο 2020-2024 διαμορφώθηκε στο 10,8%, ενώ για τη διετία 2022-2024 το ποσοστό εκτινάχθηκε στο 18,9%.
Η αύξηση του κόστους υγειονομικής κάλυψης δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο. Η γήρανση του πληθυσμού, οι πληθωριστικές πιέσεις και η συνεχής εξέλιξη της ιατρικής τεχνολογίας οδηγούν διεθνώς σε υψηλότερες δαπάνες υγείας.
Οι νέες θεραπείες, οι καινοτόμες ιατρικές εφαρμογές και οι προηγμένες διαγνωστικές μέθοδοι βελτιώνουν σημαντικά την ποιότητα των υπηρεσιών, συνοδεύονται όμως από αυξημένο κόστος.
Στην Ελλάδα, η ασφαλιστική αγορά επισημαίνει ότι η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του συστήματος υγείας. Ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης στον κλάδο των ιδιωτικών νοσοκομείων, σε συνδυασμό με την απουσία ενός ενιαίου και διαφανούς συστήματος τιμολόγησης, συμβάλλουν στην περαιτέρω αύξηση των δαπανών.
Όπως αναφέρεται, οι τιμές ορισμένων ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στις υψηλότερες της Ευρώπης, ενώ επιβαρύνονται επιπλέον με ΦΠΑ 24%.
Σημειώνεται ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες καταβάλλουν ετησίως αποζημιώσεις υγείας που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ, με περίπου το 20% του ποσού να αφορά φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ασφαλιστική αγορά προτείνει σειρά παρεμβάσεων για τον περιορισμό του κόστους.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η εφαρμογή διεθνώς αναγνωρισμένων συστημάτων αποζημίωσης νοσηλειών (DRGs), η διεύρυνση της λειτουργίας των Αυτόνομων Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, η επανεξέταση του καθεστώτος ΦΠΑ στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, καθώς και η επέκταση της απαλλαγής από τον φόρο ασφαλίστρων υγείας.

Γιατί αυξάνεται το κόστος της υγειονομικής κάλυψης
- Τα τελευταία χρόνια υπάρχει σημαντική αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας: Το 2024 οι αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιριών αυξήθηκαν κατά περίπου €150 εκατ. σε σχέση με το 2023, δηλαδή 21%. Επίσης, η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων υγείας για το διάστημα 2020-2024 ανέρχεται σε 10,8%, ενώ ειδικά για την περίοδο 2022-2024 το ποσοστό αυτό εκτινάχθηκε στο 18,9%.
- Η αύξηση του κόστους της υγειονομικής κάλυψης αποτελεί διεθνή πρόκληση, ως αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού, των πληθωριστικών πιέσεων και της συνεχούς εξέλιξης της ιατρικής επιστήμης.
- Ειδικότερα, η ενσωμάτωση νέων ιατρικών τεχνολογιών, καινοτόμων θεραπειών και προηγμένων διαγνωστικών μεθόδων η οποία βελτιώνει σημαντικά τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, συνεπάγεται και ιδιαίτερα υψηλό κόστος.
- Στην Ελλάδα, η πίεση αυτή είναι εντονότερη λόγω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της αγοράς υγείας. Ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης στους ιδιωτικούς παρόχους, ιδιαίτερα στις νοσοκομειακές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την απουσία ενός ενιαίου και διαφανούς συστήματος τιμολόγησης, ενισχύουν τις ανοδικές πιέσεις στο κόστος.
- Οι υπηρεσίες των ιδιωτικών νοσοκομείων στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στις ακριβότερες στην Ευρώπη, φτάνοντας σε ορισμένες ιατρικές επεμβάσεις να είναι συγκρίσιμες ακόμη και με τα επίπεδα κόστους των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ επιβαρύνονται επιπλέον με ΦΠΑ 24%.






















