Οι αυξημένες εισαγωγές από την Ασία και η αναμενόμενη μείωση της ζήτησης από τον Νοέμβριο περιορίζουν τον κίνδυνο γενικευμένων ελλείψεων αεροπορικών καυσίμων στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι τιμές παραμένουν υψηλές, ενώ τα μικρότερα αεροδρόμια εξακολουθούν να είναι ευάλωτα σε ενδεχόμενες διακοπές του ανεφοδιασμού.

Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ενεργειακών αναλύσεων Kpler που παρουσιάζει το Euronews, σχεδόν 900.000 τόνοι αεροπορικών καυσίμων αναμένεται να φτάσουν στην Ευρώπη από την Ασία τους επόμενους μήνες, συμβάλλοντας στην κάλυψη των αναγκών της ευρωπαϊκής αγοράς.

Ο George Shaw, αναλυτής της Kpler, εκτιμά ότι το τελευταίο τρίμηνο του 2026 θα είναι λιγότερο πιεστικό για την αγορά, καθώς η ζήτηση για αεροπορικές μετακινήσεις στην Ευρώπη συνήθως υποχωρεί σημαντικά από τον Νοέμβριο.

Παρά τη βελτίωση της διαθεσιμότητας, οι τιμές των καυσίμων αναμένεται να παραμείνουν αυξημένες, διατηρώντας την πίεση στο λειτουργικό κόστος των αεροπορικών εταιρειών.

Στα 207,56 δολάρια το βαρέλι στην Ευρώπη

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Ένωσης Αερομεταφορών (IATA), η μέση ευρωπαϊκή τιμή των αεροπορικών καυσίμων διαμορφώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στα 207,56 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας αύξηση 27,8% σε σύγκριση με τον μέσο όρο του προηγούμενου μήνα.

Πρόκειται για την υψηλότερη περιφερειακή τιμή παγκοσμίως, η οποία αντανακλά την άνοδο του αργού πετρελαίου και το αυξημένο κόστος διύλισης. Η συγκεκριμένη τιμή αποτελεί εκτίμηση σε επίπεδο διυλιστηρίου και όχι απαραίτητα την τελική τιμή που καταβάλλουν οι αεροπορικές εταιρείες.

Η Ευρώπη έχει στραφεί σε εναλλακτικούς προμηθευτές μετά τις διαταραχές στην παραγωγή και στις θαλάσσιες μεταφορές καυσίμων από τη Μέση Ανατολή.

Η Νότια Κορέα καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών

Η Νότια Κορέα έχει αναδειχθεί σε βασικό προμηθευτή αεροπορικών καυσίμων για την ευρωπαϊκή αγορά, μαζί με τη Νιγηρία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της Kpler για τον Σεπτέμβριο, οι εισαγωγές στην Ευρώπη ανήλθαν κατά μέσο όρο σε περίπου 672.000 βαρέλια ημερησίως, με τις τρεις χώρες να αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το 60% των ποσοτήτων.

Από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο, περίπου 1,31 εκατ. τόνοι αεροπορικών καυσίμων μεταφέρθηκαν από την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού προς την Ευρώπη. Από αυτούς, σχεδόν 1,14 εκατ. τόνοι προήλθαν από τη Νότια Κορέα.

Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια έχουν αυξήσει την παραγωγή τους, ενώ πρόσθετες προμήθειες από τις ΗΠΑ και τη Νιγηρία έχουν συμβάλει στην αποφυγή μιας γενικευμένης έλλειψης.

Γιατί κινδυνεύουν περισσότερο τα μικρότερα αεροδρόμια

Παρά την επάρκεια καυσίμων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διανομή τους δεν είναι εξίσου εξασφαλισμένη σε όλα τα αεροδρόμια.

Σύμφωνα με την εταιρεία αεροπορικών αναλύσεων Cirium, τα μικρότερα αεροδρόμια είναι πιθανότερο να αντιμετωπίσουν πρώτα προβλήματα σε περίπτωση νέας διαταραχής του ανεφοδιασμού, καθώς διαθέτουν συνήθως λιγότερους προμηθευτές, μικρότερες εγκαταστάσεις αποθήκευσης και περιορισμένες εναλλακτικές επιλογές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το αεροδρόμιο του Μπρίντιζι στην Ιταλία, όπου στις 6 Απριλίου παρουσιάστηκαν προβλήματα στον κανονικό ανεφοδιασμό των εμπορικών αεροσκαφών. Οι διαθέσιμες ποσότητες δεσμεύτηκαν για κρατικά αεροσκάφη, αεροδιακομιδές και επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.

Την ίδια εβδομάδα, έξι ακόμη ιταλικά αεροδρόμια επέβαλαν περιορισμούς στις διαθέσιμες ποσότητες καυσίμων.

Η Cirium προειδοποιεί ότι τα μεγάλα αεροπορικά κέντρα έχουν μέχρι στιγμής αποφύγει αντίστοιχες ελλείψεις, σε αντίθεση με ορισμένα περιφερειακά αεροδρόμια.

Αυξημένο κόστος για τις αεροπορικές εταιρείες

Σύμφωνα με την Kpler, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία συγκαταλέγονται στις ευρωπαϊκές αγορές που είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε μια νέα διαταραχή, λόγω της υψηλής κατανάλωσης και της εξάρτησής τους από τις εισαγωγές.

Την ίδια στιγμή, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η Ευρώπη έχει ήδη αξιοποιήσει μέρος των αποθεμάτων της και έχει αυξήσει την παραγωγή των διυλιστηρίων της, περιορίζοντας τα περιθώρια αντιμετώπισης μιας νέας κρίσης.

Για τις ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες, ο πιο άμεσος κίνδυνος παραμένει η αύξηση του λειτουργικού κόστους και όχι μια γενικευμένη έλλειψη καυσίμων που θα οδηγούσε σε καθήλωση αεροσκαφών.

Το κατά πόσο οι υψηλότερες τιμές θα μετακυλιστούν στους επιβάτες θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια των ανατιμήσεων και από τις συμφωνίες προαγοράς καυσίμων που έχουν συνάψει οι επιμέρους αεροπορικές εταιρείες.