Σύνταξη: tourismtoday.gr

Ένα σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της βιωσιμότητας στον κλάδο της φιλοξενίας και του τουρισμού αποτελεί το νέο Πρότυπο Τροφίμων και Ποτών του Παγκόσμιου Συμβουλίου Αειφόρου Τουρισμού (GSTC), το οποίο ήδη αποσπά θετικά σχόλια από φορείς του κλάδου.

Το νέο πρότυπο ορίζει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, ότι οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν πιστοποίηση GSTC θα πρέπει να διασφαλίζουν πως τουλάχιστον το 30% των βασικών πιάτων και επιλογών γεύματος που προσφέρουν είναι φυτικής ή κυρίως φυτικής προέλευσης.
Ως «κυρίως φυτικής προέλευσης» ορίζεται, σύμφωνα με το πρότυπο, ένα τρόφιμο που αποτελείται κατά τουλάχιστον 95% από συστατικά φυτικής προέλευσης, βάσει βάρους.

Το GSTC είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 2007, με την υποστήριξη του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP) και του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού (UN Tourism), με στόχο την προώθηση της βιωσιμότητας και της κοινωνικής υπευθυνότητας στον τουριστικό τομέα.

Ο οργανισμός διαπιστεύει ανεξάρτητους φορείς πιστοποίησης, οι οποίοι αξιολογούν ξενοδοχεία, tour operators και τουριστικούς προορισμούς με βάση τα παγκόσμια πρότυπα του GSTC. Σήμερα, περισσότερα από 2.000 ξενοδοχεία σε δεκάδες χώρες και σε πολλές ηπείρους διαθέτουν πιστοποίηση GSTC.

Ως σημείο αναφοράς για τη βιωσιμότητα και την αριστεία στον κλάδο των ταξιδιών και του τουρισμού, το GSTC έχει συγκεντρώσει ένα ευρύ διεθνές δίκτυο μελών, στο οποίο συμμετέχουν εθνικές και περιφερειακές κυβερνήσεις, κορυφαίες ταξιδιωτικές εταιρείες, ξενοδοχειακοί όμιλοι, tour operators, μη κυβερνητικές οργανώσεις, επαγγελματίες και τοπικές κοινότητες, με κοινό στόχο την εφαρμογή ενιαίων και επαληθεύσιμων προτύπων υπεύθυνου και βιώσιμου τουρισμού.

Στο επίκεντρο η μείωση των ζωικών συστατικών

Η απαίτηση για τις φυτικές επιλογές περιλαμβάνεται στο κριτήριο A10.8 του νέου προτύπου. Σύμφωνα με αυτό, όταν μια επιχείρηση προσφέρει υπηρεσίες εστίασης, θα πρέπει να αποδεικνύει σαφή δέσμευση για τη μείωση της εξάρτησής της από συστατικά ζωικής προέλευσης.

Ειδικότερα, για εστιατόρια à la carte και buffet, καθώς και για κάθε μενού που περιλαμβάνει πολλαπλές επιλογές, η συμμόρφωση αποδεικνύεται όταν τουλάχιστον το 30% των βασικών προσφερόμενων επιλογών είναι φυτικής ή κυρίως φυτικής προέλευσης.

Όπως συμβαίνει με όλα τα πρότυπα του GSTC, το νέο Food and Beverage (F&B) Standard έχει σχεδιαστεί ως ένα ελάχιστο επίπεδο πρακτικών που θα πρέπει να εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, προκειμένου να ενισχύουν την κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτιστική και οικονομική βιωσιμότητα.

Για τα ξενοδοχεία που διαθέτουν ήδη πιστοποίηση GSTC ή προετοιμάζονται να την αποκτήσουν, το νέο πρότυπο σηματοδοτεί την ανάγκη να αξιολογήσουν τις υφιστάμενες επιλογές των μενού τους σε σχέση με το νέο benchmark, ενόψει των διαδικασιών πιστοποίησης ή επαναπιστοποίησης.

«Ένα ακόμη σημαντικό βήμα για τη βιωσιμότητα στον τουρισμό»

«Ο τομέας των υπηρεσιών τροφίμων και ποτών βρίσκεται σε ολόκληρη την τουριστική αλυσίδα αξίας και η ανάπτυξη του GSTC F&B Standard αποτελεί ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα για την επέκταση της εφαρμογής παγκόσμιων προτύπων βιωσιμότητας σε ολόκληρη την τουριστική βιομηχανία», δήλωσε ο CEO του Συμβουλίου, Randy Durband.

Όπως σημείωσε, η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη συνεργασία και τη δέσμευση πολλών φορέων που συμμετείχαν στη διαδικασία ανάπτυξης του προτύπου και επιβεβαιώνει τη συνεχή προσπάθεια του GSTC για την προώθηση της βιωσιμότητας σε όλο το φάσμα του τουρισμού.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Nick Cooney, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Lever Foundation, ο οποίος συνεργάστηκε με το GSTC για την ανάπτυξη του νέου προτύπου τα τελευταία δύο χρόνια, χαρακτήρισε την πρωτοβουλία σημαντική εξέλιξη για τον κλάδο της φιλοξενίας και των ταξιδιών.

Όπως ανέφερε, οι σαφείς και μετρήσιμες απαιτήσεις για τη μείωση της χρήσης ζωικών συστατικών και την αύξηση των φυτικών τροφίμων προσφέρουν σε ξενοδοχειακούς ομίλους, εστιατόρια και επιχειρήσεις F&B του τουρισμού ένα συγκεκριμένο ελάχιστο επίπεδο στο οποίο μπορούν να στοχεύσουν.

Λιγότεροι πόροι, χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα

Η στροφή προς περισσότερες φυτικές επιλογές συνδέεται και με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της διατροφής.

Σύμφωνα με διαθέσιμες έρευνες, τα τρόφιμα φυτικής προέλευσης απαιτούν σημαντικά λιγότερους φυσικούς πόρους σε σύγκριση με τις ζωικές πρωτεΐνες, ενώ συνδέονται με χαμηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και μικρότερη κατανάλωση γης και νερού.

Παράλληλα, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των Ηνωμένων Εθνών έχει επισημάνει ότι τα φυτικά τρόφιμα παράγουν σημαντικά λιγότερα απόβλητα τροφίμων σε σύγκριση με το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Με την ενσωμάτωση μιας συγκεκριμένης απαίτησης για τις φυτικές επιλογές στο πλαίσιο πιστοποίησής του, το GSTC επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση για τη βιωσιμότητα από τη θεωρία στην πράξη, σε έναν από τους πλέον ορατούς και άμεσα συνδεδεμένους με την εμπειρία του επισκέπτη τομείς της φιλοξενίας: το φαγητό και τις υπηρεσίες εστίασης.

Η νέα κατεύθυνση αναμένεται να επηρεάσει σταδιακά τον σχεδιασμό των μενού σε ξενοδοχεία και τουριστικές επιχειρήσεις διεθνώς, καθώς η βιωσιμότητα μετατρέπεται σε ολοένα και πιο μετρήσιμο κριτήριο για την πιστοποίηση και τη λειτουργία των επιχειρήσεων του κλάδου.