
Σημαντική ανάκαμψη καταγράφει η εστίαση στις ΗΠΑ μέσα στο 2026, με τους Αμερικανούς να επιστρέφουν σταδιακά στα εστιατόρια και τη νεότερη γενιά να πρωταγωνιστεί στη συγκεκριμένη τάση.
Σύμφωνα με στοιχεία της Bank of America, τόσο οι δαπάνες όσο και ο αριθμός των συναλλαγών παρουσιάζουν αισθητή βελτίωση, δείχνοντας ότι η άνοδος δεν οφείλεται αποκλειστικά στις υψηλότερες τιμές.
Τα συγκεντρωτικά στοιχεία από πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες της Bank of America δείχνουν ότι οι δαπάνες στα εστιατόρια αυξήθηκαν κατά 3,3% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο του 2026. Πρόκειται για σαφή επιτάχυνση σε σύγκριση με το 1,8% του Ιουλίου του 2025, αλλά και ακόμη μεγαλύτερη μεταβολή έναντι της πτώσης κατά 0,1% που είχε σημειωθεί τον αντίστοιχο μήνα του 2024.
Ανοδικά κινείται παράλληλα και ο αριθμός των συναλλαγών, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 1,1% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 0,8% έναν χρόνο νωρίτερα και μείωσης 0,9% πριν από δύο χρόνια. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένδειξη ότι περισσότεροι καταναλωτές επιλέγουν πλέον να φάνε εκτός σπιτιού ή ότι ορισμένοι επισκέπτονται τα εστιατόρια συχνότερα.
Από τα σούπερ μάρκετ στα εστιατόρια
Μέρος των καταναλωτικών δαπανών για τρόφιμα φαίνεται, μάλιστα, να μετακινείται από τα καταστήματα τροφίμων προς την εστίαση. Στην τάση συμβάλλει η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στις τιμές των εστιατορίων, την ώρα που οι καταναλωτές έχουν περισσότερες δυνατότητες να περιορίσουν το κόστος των αγορών τους στο σούπερ μάρκετ, επιλέγοντας φθηνότερα προϊόντα, private labels ή εκπτωτικές αλυσίδες.
Οι τιμές στην εστίαση παραμένουν αυξημένες περισσότερο σε σχέση με τις τιμές των τροφίμων για κατανάλωση στο σπίτι και τον γενικό πληθωρισμό, συγκριτικά με τα προ πανδημίας επίπεδα. Ωστόσο, ο ρυθμός αύξησής τους έχει υποχωρήσει κατά τον τελευταίο χρόνο. Παράλληλα, ορισμένα βασικά είδη διατροφής, όπως το κοτόπουλο και τα αυγά, έχουν γίνει φθηνότερα, επιτρέποντας στα νοικοκυριά να προσαρμόζουν ευκολότερα το καλάθι των αγορών τους.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι μισθοί. Τα στοιχεία καταθετικών λογαριασμών της Bank of America καταγράφουν έντονη επιτάχυνση της αύξησης των αποδοχών μετά τους φόρους. Για μέρος των καταναλωτών, επομένως, τα εισοδήματα αυξάνονται ταχύτερα από αρκετές κατηγορίες κόστους, αφήνοντας μεγαλύτερο περιθώριο για προαιρετικές δαπάνες, όπως ένα γεύμα εκτός σπιτιού.
Gen Z και χαμηλότερα εισοδήματα οδηγούν την ανάκαμψη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το προφίλ εκείνων που βρίσκονται πίσω από την ανάκαμψη. Σύμφωνα με τα εσωτερικά στοιχεία της Bank of America, οι νεότεροι και οι καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος εμφανίζουν την ισχυρότερη δυναμική, έχοντας παράλληλα υποστήριξη από τη βελτίωση της αύξησης των μισθών.
Τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος καταγράφουν πλέον τον ταχύτερο ρυθμό αύξησης των δαπανών για εστιατόρια μεταξύ των εισοδηματικών ομάδων. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα ανά ηλικιακή γενιά, καθώς η Gen Z βρίσκεται στην πρώτη θέση με μεγάλη διαφορά από τις υπόλοιπες γενιές ως προς την αύξηση των σχετικών δαπανών.
Η εικόνα συμβαδίζει με ευρύτερα στοιχεία της Bank of America Institute για το 2026, τα οποία καταγράφουν σύγκλιση της αύξησης των μισθών και των καταναλωτικών δαπανών μεταξύ διαφορετικών εισοδηματικών ομάδων, έπειτα από μία περίοδο κατά την οποία οι αποκλίσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες.
Κερδίζουν έδαφος τα ανεξάρτητα εστιατόρια
Η ανάκαμψη, πάντως, δεν μοιράζεται ισότιμα σε ολόκληρη την αγορά. Τα στοιχεία της Bank of America δείχνουν ότι η συνολική αύξηση των δαπανών στην εστίαση ξεπερνά εκείνη που καταγράφουν οι μεγάλες αλυσίδες σε αρκετές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων οι πιτσαρίες, τα εστιατόρια γρήγορης εξυπηρέτησης, το casual dining και το fast casual.

Οι καταναλωτές φαίνεται έτσι να στρέφονται περισσότερο προς ανεξάρτητα εστιατόρια, μικρότερες τοπικές ή περιφερειακές αλυσίδες και οικογενειακές επιχειρήσεις. Η τάση δεν είναι εντελώς καινούργια: προηγούμενη ανάλυση της Bank of America Institute είχε επίσης διαπιστώσει ισχυρότερη πορεία των ανεξάρτητων εστιατορίων έναντι των αλυσίδων.
Οι δαπάνες στα μπαρ εμφανίζουν ακόμη υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τις υπόλοιπες κατηγορίες, ωστόσο αντιπροσωπεύουν σχετικά μικρό ποσοστό της συνολικής αγοράς και επομένως δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ο βασικός μοχλός της ανόδου. Στην ευρύτερη κατηγορία των ανεξάρτητων επιχειρήσεων περιλαμβάνονται επίσης οι υπηρεσίες delivery, οι οποίες ενδέχεται να εμφανίζουν ισχυρότερες επιδόσεις από ορισμένες παραδοσιακές κατηγορίες εστίασης.
Συνολικά, τα δεδομένα σκιαγραφούν μια διαφορετική εικόνα για τον Αμερικανό καταναλωτή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια: παρά τις συνεχιζόμενες πιέσεις από το κόστος ζωής, η βελτίωση των μισθών και η αναζήτηση καλύτερης αξίας δημιουργούν περισσότερο χώρο για έξοδο. Και αυτή τη φορά, οι μεγάλοι κερδισμένοι φαίνεται πως δεν είναι απαραίτητα οι μεγαλύτερες αλυσίδες, αλλά τα μικρότερα και περισσότερο τοπικά εστιατόρια.























